«Δια να φθάσωμεν οδικώς από την Λάρισαν εις την Κατερίνην πρέπει να διασχίσωμεν απαραιτήτως την Κοιλάδα των Τεμπών. Εντούτοις, δεν θα φθάσωμεν απαραιτήτως εις την Κατερίνην εάν διασχίσωμεν την Κοιλάδα των Τεμπών». Πάντοτε ανακαλώ στη μνήμη μου τη στριγκή φωνή του μαθηματικού μας, στην πρώτη τάξη του εξαταξίου ακόμη γυμνασίου, καθώς σε άπταιστη «μιξοκαθαρεύουσα» προσπαθούσε να μας εξηγήσει την έννοια της «αναγκαίας και ικανής συνθήκης». Την επανέφερα πρόσφατα, όταν αναλογίστηκα το παράδοξο πεπρωμένο του Γρηγορίου Δαφνή (1909-1977). Ο Δαφνής, επιφανής δημοσιογράφος και συγγραφέας ιστορικών αφηγημάτων επί των ημερών του, δεν αξιώθηκε την υστεροφημία που θα του άρμοζε· για την ακρίβεια, σχεδόν κανένας σήμερα δεν φαίνεται να γνωρίζει ποιος ήταν.

Οπως τα περισσότερα από τα «παιδιά της εποχής» του, ο Δαφνής έλαβε γενναίο μερίδιο από περιπέτειες – φυλακίστηκε στη διάρκεια της Κατοχής, δραπέτευσε, κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου και συνεργάστηκε με την εξόριστη κυβέρνηση -, στάθηκε σε γενικές γραμμές από τη «σωστή πλευρά της Ιστορίας» – ήταν ο τυπικός «κεντρώος δημοκράτης», με τα μέτρα του καιρού του -, αλλά κατά τα Ιουλιανά του 1965 πήγε με το μέρος των «Αποστατών». Δύσκολα μπορεί να συλλάβει κάποιος σήμερα πόσο καθοριστικό ήταν το «στίγμα» του «Αποστάτη», ακόμη και πάνω από δέκα χρόνια μετά τα δραματικά εκείνα γεγονότα.

Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν κατάφερε να επανέλθει στη Βουλή παρά το 1977, ως ο ένας από τους μόλις δύο βουλευτές του κόμματος των Νεοφιλελευθέρων που ίδρυσε αυτοπροσώπως  – ο άλλος ήταν ο Παύλος Βαρδινογιάννης – και μονάχα την επόμενη χρονιά, με την ενσωμάτωση του κόμματός του στη Νέα Δημοκρατία, δρομολόγησε ένα από τα πιο αναπάντεχα κι επιτυχημένα  come back στον χώρο της πολιτικής. Μόνο που το 1977 ο Γρηγόριος Δαφνής, εννέα χρόνια μεγαλύτερος από τον Μητσοτάκη, αναχώρησε για τους επουράνιους λειμώνες· δικό του come back δεν δρομολογήθηκε ποτέ.

Από αυτή την ιδιότυπη όσο και άδικη λήθη τον ανέσυρε προ ημερών το «Βήμα της Κυριακής», όταν ανατύπωσε από την έκδοση του «Κάκτου» (2009) την «Ελλάδα μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940», που πρωτοδημοσίευσε ο Δαφνής το 1954 και παραμένει έκτοτε αξεπέραστο «έργο αναφοράς», ιδίως για το απαράμιλλο ύφος του (συγκερασμός δημοσιογραφικής αμεσότητας με ιστορική πιστότητα) και τον πλούτο των πρωτογενών πηγών/μαρτυριών του.

Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου παραμένει έως σήμερα μια μάλλον σκοτεινή περίοδος, ανάλογη της βυζαντινής, παρότι εμφανώς υστερεί εκείνης σε διάρκεια, πλεκτάνες κι εγκλήματα. Στο μυαλό πάντως των περισσοτέρων μαθητών -που ουδέποτε τη διδάσκονται επαρκώς, εάν τη διδάσκονται καν – ταυτίζεται με μιαν άσκοπη και βασανιστική εποχή πολιτικής ρευστότητας, με τους νόμιμους πρωθυπουργούς να παραδίδουν κάθε λίγο και λιγάκι τη σκυτάλη σε φιλόδοξους πραξικοπηματίες, τον κοινοβουλευτισμό να μην αισθάνεται πολύ καλά στην υγεία του και τον ολοκληρωτισμό – τόσο τον δεξιό όσο και τον αριστερό – να παίρνει πανευρωπαϊκά την πάνω βόλτα. Υπό το εν λόγω πρίσμα, το βιβλίο του Δαφνή είναι ένα απαραίτητο «λυσάρι» προκειμένου να κατανοήσουμε τι στο διάβολο συμβαίνει, πώς κατορθώσαμε να βγούμε από ένα παγκόσμιο μακελειό (εμείς μάλιστα, ένεκα της Μικρασιατικής Καταστροφής, με αβάσταχτα δυσανάλογο ανθρώπινο κόστος) μόνο και μόνο για να μπούμε σε ένα άλλο μεγαλύτερο.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Συνθήκης της Λωζάννης (1923), μιας τυπικά «αναγκαίας και ικανής συνθήκης», είτε σκαμπάζουμε από μαθηματικά είτε όχι. Ο Δαφνής μάς βοηθάει να καταλάβουμε γιατί σήμερα, σχεδόν εκατό χρόνια μετά την επίτευξή της, εμείς οι Ελληνες μεν τη θεωρούμε ως το Αγιο Δισκοπότηρο της εξωτερικής μας πολιτικής, οι δε Τούρκοι ως το προπατορικό τους αμάρτημα, μια συμφωνία για την οποία «έδωσαν πιο πολλά από όσα πήραν». Παραθέτοντας μια σειρά από προσωπικές του συνομιλίες με τους πρωταγωνιστές και απόρρητα τηλεγραφήματα (κυρίως από το αρχείο του τότε πρωθυπουργού Στυλιανού Γονατά), ο Δαφνής αποδεικνύει ότι τόσο οι Ελληνες όσο και οι Τούρκοι επιθυμούσαν την υπογραφή της Συνθήκης, παρότι οι μαξιμαλιστές – εκείνοι που ήθελαν τη συνέχιση του πολέμου – δεν απουσίαζαν από τις γραμμές αμφοτέρων.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με το τεράστιο διεθνές του κύρος και το ειδικό διαπραγματευτικό του βάρος, ανέλαβε την εκπροσώπηση των Ελλήνων. Αυτό δεν σημαίνει ότι στεκόταν υπεράνω κριτικής εκ των έσω. Απεναντίας: και αδυσώπητη μουρμούρα ασκείτο εις βάρος του και αδιάκοπες προσπάθειες υπονόμευσης της διαπραγματευτικής του τακτικής κλήθηκε να αντιμετωπίσει -κάποια περίοδο, μάλιστα, οι μαξιμαλιστές απαίτησαν και πέτυχαν να επιβάλλουν την απόσυρση του Βενιζέλου από τις διαπραγματεύσεις (προσωρινά, ευτυχώς). Κύριος εκπρόσωπος των μαξιμαλιστών ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος, αρχηγός του στρατού ξηράς και μελλοντικός βραχύβιος δικτάτορας. Ο Πάγκαλος επιθυμούσε διακαώς την αποτυχία των διαπραγματεύσεων ως προαπαιτούμενο για την επανάληψη των εχθροπραξιών, την προέλαση της ελληνικής στρατιάς στον Εβρο, την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης και, γιατί όχι, αυτής ταύτης της Κωνσταντινούπολης.

Ο Βενιζέλος ήξερε ότι όλα αυτά ήταν όνειρα θερινής νυκτός. Η Μεγάλη Ιδέα είχε καταποντιστεί στη Σμύρνη και άμεση, ζωτική προτεραιότητα ήταν η αποκατάσταση ενός εκατομμυρίου ομοεθνών εξαθλιωμένων προσφύγων από την Ιωνία· διόλου αμελητέα παράμετρος της αποκατάστασης ήταν η ανταλλαγή χριστιανικών και μουσουλμανικών πληθυσμών, διότι θα εκκενώνονταν χιλιάδες κατοικίες από την ελληνική πλευρά που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν (και) για τη στέγαση των προσφύγων. Τίποτε από όλα αυτά δεν θα ήταν εφικτό, εάν συνεχιζόταν ο πόλεμος. Επιπροσθέτως, τα συμμαχικά στρατεύματα δεν θα επέτρεπαν ποτέ την προέλαση του ελληνικού στρατού στην Ανατολική Θράκη – πόσω μάλλον την κατάληψη της Βασιλεύουσας – και μια σφόδρα πιθανή σύγκρουση θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην «ολοκληρωτική καταστροφή».

Οι Τούρκοι, από την πλευρά τους, ήθελαν να ξεμπερδεύουν με τους Ελληνες άπαξ δια παντός· «και 30% και 50%  αν πρόκειται να ζημιωθούμε», είχε δηλώσει ένα μέλος της τουρκικής αντιπροσωπείας, «το προτιμούμε, παρά να έχουμε μέσα εις τον τόπον μας ξένους και εχθρούς». Ωστόσο, δεν ήθελαν λιγότερο να δουν τα συμμαχικά στρατεύματα να εκκενώνουν τα εδάφη τους και τον ελληνική στρατιά του Εβρου να αποστρατεύεται – έναν διττό σκοπό που δεν θα τον επιτελούσαν εάν δεν υπέγραφαν τη Συνθήκη. Μετά μυρίων βασάνων Τούρκοι και Ελληνες συμφώνησαν να προβούν σε αμοιβαίες παραχωρήσεις. Κυριολεκτικά την υστάτη η επίτευξη της «εντίμου ειρήνης» σκόνταψε σε ένα ιλαροτραγικό απρόοπτο: η Γαλλία – ο «τραπεζίτης της Ευρώπης» πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο – απαιτούσε από την Τουρκία να καταβάλλει τα τοκομερίδια των δανείων της σε χρυσό ή συνάλλαγμα. Ομως η Ευρώπη δεν άντεχε να χυθεί άλλο νέο αίμα, τόσο σύντομα τουλάχιστον. Οι υπογραφές έπεσαν. Η Συνθήκη ήταν πλέον, όχι μόνον αναγκαία, αλλά και ικανή.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr