Την σημασία του να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς την Τουρκία, τη στιγμή που κλιμακώνει επικίνδυνα την ένταση με την Ελλάδα και επιχειρεί να εργαλειοποιήσει σταθερά το μεταναστευτικό, τονίζει ο αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών, Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, σημειώνοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να καταστήσει σαφές στην Άγκυρα ότι αλλάζει επιτέλους στάσηQ «Ζητάμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να δείξει ότι με τις προκλητικές της ενέργειες, η Τουρκία δεν μπορεί να επενδύει σε μία προνομιακή σχέση με την Ένωση κι ότι η παραβίαση του διεθνούς δικαίου έχει επιπτώσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά ο αναπληρωτής ΥΠΕΞ, σε συνέντευξη του στο in.gr και σημειώνει  ότι από την πλευρά της Αθήνας, «η απάντηση στις προκλήσεις των Τούρκων δεν είναι η στρατιωτικοποίηση της κρίσης».

Αναφερόμενος στην πανδημία του COVID-19 και την αντίδραση της Ευρώπης, ο Μ. Βαρβιτσιώτης σημειώνει ότι «ιδίως στην αρχή της κρίσης, ήταν διστακτική κι ανεπαρκής σε επίπεδο υλικής βοήθειας και οικονομικών μέτρων». Τονίζει δε ότι «η Ευρώπη χρειάζεται ένα ισχυρό Ταμείο Ανάκαμψης, που θα δώσει άμεσα γενναία ρευστότητα στις ευρωπαϊκές οικονομίες, όχι με μια λογική δανειοδότησης με σκληρά μέτρα, αλλά με τη μορφή επιχορηγήσεων, που θα αποτρέψουν την περαιτέρω εκτόξευση του δημόσιου χρέους, ιδίως σε χώρες, όπως η Ελλάδα».

Την ίδια στιγμή ο αναπληρωτής ΥΠΕΞ αναφέρεται και στην επόμενη μέρα της πανδημίας σημειώνοντας ότι αυτό που προβληματίζει είναι η πιθανή κρίση της Δημοκρατίας.

Τέλος με το βλέμμα στην οικονομία και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων που ήδη εμφανίζονται λόγω της υγειονομικής κρίσης στέλνει μήνυμα ότι «μία “κλειστή” Ευρώπη, δεν θα ωφελήσει κανέναν. Η ύφεση δεν αντιμετωπίζεται με κλειστά σύνορα».

Κύριε υπουργέ, 9 Μαΐου η Μέρα της Ευρώπης. Σήμερα η Ευρώπη και η ΕΕ κατ’ επέκταση ανταποκρίνεται στους λόγους δημιουργίας της, ή έχει γίνει ένα κλαμπ ισχυρών και υποτελών;

Στη διάρκεια αυτών των 70 χρόνων, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμφισβήτητα έχει εξελιχθεί σημαντικά. Σκεφτείτε μόνο ότι είναι ένα πολιτικό δημιούργημα μοναδικό στην ιστορία. Μια Ένωση 500 εκατομμυρίων πολιτών, που ζουν αρμονικά, μετακινούνται ελεύθερα, εκπαιδεύονται από κοινού και συναλλάσσονται με το δικό τους, πολύ ισχυρό νόμισμα. Υπό αυτή την έννοια, ναι, η Ένωση ανταποκρίθηκε σε αυτό που οραματίστηκαν οι «Πατέρες της».

Ωστόσο, αν και οικονομικά ωρίμασε εντυπωσιακά, η πολιτική της ενοποίηση δεν προχώρησε εξίσου. Εκεί είναι που η Ένωση υστερεί και, γι’ αυτό, δεν απέφυγε και μερικές σοβαρές κρίσεις ως τώρα, ιδίως κατά την τελευταία δεκαετία.

Στο σημείο που έχουμε φτάσει, αυτό που έχει ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση, για να πραγματώσει την αποστολή της, είναι να ενισχύσει τον υπερεθνικό της χαρακτήρα έναντι του διακυβερνητικού μοντέλου. Να δουλέψει προς την ουσιαστική της ολοκλήρωση και την πραγματική συνοχή των μελών της: οικονομική, κοινωνική, αμυντική, αξιακή. Μόνο έτσι θα συνειδητοποιήσουν και οι Ευρωπαίοι πολίτες ότι η Ένωση, παρά τις ατέλειές της, είναι η καλύτερη επιλογή τους απέναντι στα διλήμματα του σύγχρονου ανταγωνιστικού παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος.

Η ασφαλέστερη στέγη, η ισχυρότερη ελπίδα ανάπτυξης, είναι το κοινό μας σπίτι.

Θεωρείτε ότι η πανδημία του COVID-19 ανέδειξε αδυναμία της Ευρώπης για αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της; Πώς κρίνετε την ανταπόκριση της ΕΕ όσον αφορά τα οικονομικά μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν και τελικά η πανδημία μπορεί να γίνει η αιτία για μία σοβαρή κρίση στην ΕΕ;

Οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Η αντίδραση της Ευρώπης, ιδίως στην αρχή της κρίσης, ήταν διστακτική κι ανεπαρκής σε επίπεδο υλικής βοήθειας και οικονομικών μέτρων.

Τα πρώτα 500 δις είναι σίγουρα πρωτοφανές ποσό, αλλά, δυστυχώς, όχι αρκετό για τη συγκεκριμένη κρίση. Όπως δεν είναι αποτελεσματικά και τα συνήθη χρηματοδοτικά εργαλεία της Ένωσης. Αυτή τη στιγμή, η Ευρώπη χρειάζεται ένα ισχυρό Ταμείο Ανάκαμψης, που θα δώσει άμεσα γενναία ρευστότητα στις ευρωπαϊκές οικονομίες, όχι με μια λογική δανειοδότησης με σκληρά μέτρα, αλλά με τη μορφή επιχορηγήσεων, που θα αποτρέψουν την περαιτέρω εκτόξευση του δημόσιου χρέους, ιδίως σε χώρες, όπως η Ελλάδα.

Ωστόσο, ακόμη κι αν η Ευρώπη ξεπεράσει αυτή την κρίση αλληλεγγύης, υπάρχει μια άλλη πιθανή κρίση, που μας προβληματίζει, η κρίση Δημοκρατίας. Ήδη, σε ορισμένες χώρες της τείνουν να περιοριστούν δυσανάλογα βασικές ελευθερίες. Αλλά, αυτό δεν είναι ανεκτό στις Ευρωπαϊκές Δημοκρατίες.

Αναλαμβάνοντας την εξάμηνη Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης την προσεχή Παρασκευή 15 Μαϊου, θέσαμε στο επίκεντρο της, τη διαφύλαξη και προαγωγή της Δημοκρατίας, του Κράτους Δικαίου και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Ευρώπη την εποχή του πανδημίας. Πρόθεσή μας είναι να ηγηθεί η Ελλάδα στον αγώνα αυτό, που βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Βλέπουμε την Τουρκία να ανεβάζει επικίνδυνα το θερμόμετρο τόσο απέναντι στην Ελλάδα όσο και απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία. Υπερπτήσεις, μεταναστευτικό,αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο, παράνομες έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ. Ποια η αιτία της όξυνσης την παρούσα περίοδο και πώς πιστεύετε ότι θα εξελιχθεί;

Σήμερα, η κυβέρνηση Ερντογάν κλυδωνίζεται από την κρίση του Covid-19 και την αποδυνάμωση της τουρκικής λίρας. Η Τουρκία, παρά ταύτα, συνεχίζει να συμπεριφέρεται ως ταραξίας της ευρύτερης περιοχής, σε αντίθεση με την Ελλάδα που αποτελεί παράγοντα σταθερότητας. Δεν θα ήθελα να επιβεβαιωθούν όσοι εκτιμούν ότι όσο βαθαίνει η οικονομική κρίση στην Τουρκία, τόσο πιο πολύ θα εξάγει ανασφάλεια και αποσταθεροποίηση. Ωστόσο, δική μας δουλειά είναι να μην επιτρέψουμε σε κανέναν και με κανέναν τρόπο να αμφισβητήσει τα κυριαρχικά δικαιώματα τη χώρα μας. Και την δουλειά μας, την κάνουμε!

Το αποδείξαμε πρόσφατα στον Έβρο. Το αποδεικνύουμε καθημερινά στο Αιγαίο. Με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, υπηρετώντας το εθνικό συμφέρον, προστατεύοντας τα σύνορα της χώρας μας, που είναι και σύνορα της Ευρώπης.

Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι επιδιώκει τις σχέσεις καλής γειτονίας. Θα είναι και προς όφελος της Άγκυρας κάτι τέτοιο. Άλλωστε, η αντιμετώπιση των επιπτώσεων του κορωνοϊού στον Τουρισμό, απαιτεί κοινές δράσεις. Ωστόσο, οι γείτονές μας θα πρέπει να γνωρίζουν πως πολιτικές κανονιοφόρων και απειλητικές κραυγές ούτε προφανώς μπορεί να γίνουν ανεκτές αλλά ούτε υπηρετούν μία κοινή προσπάθεια για ένα καλύτερο μέλλον στις σχέσεις των δύο χωρών.

Είναι πιθανό ένα «ατύχημα»; Πώς απαντάτε σε όσους ζητούν να απαντήσει και η Ελλάδα με επιθετικό τρόπο;

Πολλές φορές η Τουρκία έχει ξεπεράσει τα όρια που θέτουν οι κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά φυσικά και οι κανόνες καλής γειτονίας. Δεν εκτιμώ πως είναι προς όφελος αυτή τη στιγμή της Τουρκίας, η οποιαδήποτε στρατιωτικοποίηση των διπλωματικών μας διαφορών. Ωστόσο, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος ενός ατυχήματος.

Η απάντηση στις προκλήσεις των Τούρκων δεν είναι η στρατιωτικοποίηση της κρίσης. Εξωτερική πολιτική δεν γίνεται με ορίζοντα την εσωτερική πολιτική κατανάλωση. Η ελληνική κυβέρνηση έχει έτοιμα, ανά πάσα στιγμή, όλα τα διπλωματικά της όπλα για να αντιμετωπίσουμε την οποιαδήποτε τουρκική πρόκληση. Δεν φοβόμαστε, απαντάμε πάντα με «όπλο» τα δίκαια μας.

Πιστεύετε ότι η ΕΕ έχει κάνει το «χρέος» της απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο όσον αφορά την Τουρκία και τι θα διεκδικήσετε από εδώ και στο εξής;

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης στον Έβρο, με την κοινή εμφάνιση των Ευρωπαίων αξιωματούχων παρουσία του Έλληνα Πρωθυπουργού, η Ευρωπαϊκή Ένωση έδειξε πως θεσμικά, στο σύνολό της, βρίσκεται στο πλευρό των μελών της, στο πλευρό του δικαίου, στο πλευρό της Ελλάδας. Κι αυτό έγινε με τρόπο ομόφωνο, ομόθυμο και αποφασιστικό.

Παράλληλα, πριν ένα χρόνο περίπου, η Ένωση για πρώτη φορά επέβαλε κυρώσεις στην Τουρκία για τις παράνομες γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ. Όλα αυτά αποτελούν ένα τεράστιο Ευρωπαϊκό κεκτημένο, το οποίο, όμως, δεν πρέπει να μείνει μετέωρο.

Όπως τόνισε στη Σύνοδο Κορυφής του Απριλίου και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πρέπει να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς την Τουρκία και να της καταστεί σαφές ότι η Ευρώπη αλλάζει επιτέλους στάση. Ζητάμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να δείξει ότι με τις προκλητικές της ενέργειες, η Τουρκία δεν μπορεί να επενδύει σε μία προνομιακή σχέση με την Ένωση κι ότι η παραβίαση του διεθνούς δικαίου έχει επιπτώσεις.

Το μεταναστευτικό είναι ένα από τα ζητήματα με τα οποία η Τουρκία πιέζει την Ελλάδα για να εκβιάσει την ΕΕ. Ωστόσο οι όποιες πρωτοβουλιες έχουν παγώσει λόγω κορωνοϊού. Πώς κινείται η Αθήνα προκειμένου η ΕΕ μην αδρανήσει στο συγκεκριμένο ζήτημα;

Οι προκλητικές δηλώσεις και ενέργειες που έχουν γίνει τον τελευταίο καιρό από την τουρκική ηγεσία, με φαινόμενα εργαλειοποίησης προσφύγων και μεταναστών σε Έβρο και Αιγαίο, έχουν σαφή στόχευση πίεσης και εκβιασμού και προς τη χώρα μας και προς τις Βρυξέλλες. Όμως, παρά τη δύσκολη συγκυρία της πανδημίας, η ελληνική κυβέρνηση έδειξε αξιοσημείωτη αποφασιστικότητα στην αντιμετώπιση πολλαπλών κρίσεων, όχι μόνο απέναντι στον «αόρατο εχθρό» αλλά και στις προκλητικές ενέργειες της γείτονος.

Και το ίδιο θα πράξει, σας διαβεβαιώ, και σε περίπτωση που οι μεταναστευτικές ροές αυξηθούν, πράγμα για το οποίο είμαστε ήδη προετοιμασμένοι. Η Ελλάδα πατά γερά στα δικά της πόδια και θα αντιδράσει έγκαιρα και δυναμικά στις προκλήσεις. Όμως, σε κάθε περίπτωση, ως ενεργό μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας, αν χρειαστεί, θα αξιώσει την έμπρακτη υποστήριξη των εταίρων της και την παρέμβασή τους. Κι αυτό γιατί διακυβεύονται όχι μόνο ελληνικά, αλλά και ευρωπαϊκά ζωτικά συμφέροντα.

Άλλωστε, αν πράγματι η Ένωση διδάχθηκε κάτι από την κρίση του κορωνοΐού, θα πρέπει να απαντήσει από κοινού και στην επόμενη μεταναστευτική κρίση. Γιατί και αυτή είναι συλλογική.

Ποιο είναι το πλάνο του ΥΠΕΞ για την επόμενη μέρα μετά την πανδημία;

Η επόμενη μέρα έχει ήδη ξεκινήσει για εμάς στο Υπουργείο Εξωτερικών. Προετοιμαζόμαστε, ώστε, να ξεκινήσουμε – όταν αυτό καταστεί εφικτό – την επανέναρξη των διπλωματικών μας επαφών. Στις προτεραιότητές μας βρίσκεται η τόνωση της εξωστρέφειας της οικονομίας, που είναι βασική προϋπόθεση, αν θέλουμε να πετύχουμε το στόχο μας για εκρηκτική ανάπτυξη το 2021.

Δουλεύουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την επανεκκίνηση του Τουρισμού. Εργαζόμαστε από κοινού πάνω στη δημιουργία νέων πρωτοκόλλων προκειμένου να ανοίξουν σύντομα και με ασφάλεια οι αεροπορικές μεταφορές. Μία “κλειστή” Ευρώπη, δεν θα ωφελήσει κανέναν. Η ύφεση δεν αντιμετωπίζεται με κλειστά σύνορα. Η ύφεση είναι ήδη εδώ και οι δείκτες αναμένεται να επιδεινωθούν τους επόμενους μήνες. Οι προβλέψεις της Κομισιόν για τις ευρωπαϊκές οικονομίες είναι δυσοίωνες.

Η απάντησή μας πρέπει να είναι άμεση, ισχυρή και ευέλικτη. Αναμφισβήτητα, η πανδημία δημιουργεί πλέον νέα δεδομένα ως προς τη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης. Μίας Ευρώπης που μέσα από τα διδάγματα της πανδημίας, θέλουμε να βγει πιο δυνατή, πιο ενωμένη και να ανταποκρίνεται στις φιλοδοξίες των πολιτών της.

Στη διαμόρφωση της νέας ευρωπαϊκής ατζέντας, η Ελλάδα που βγήκε “νικήτρια” από τη μεγάλη υγειονομική μάχη κατά του “αόρατου εχθρού” – και αυτό αποτελεί αντικείμενο πανευρωπαϊκής και παγκόσμιας αναγνώρισης – καλείται να παίξει ένα νέο ρόλο, ηγετικό. Κι αυτό, θέλουμε και μπορούμε να κάνουμε!

Γράψτε το σχόλιό σας