Εχουμε αναφέρει, από το ξέσπασμα της πανδημίας, ότι αυτή λειτουργεί ως επιταχυντής εξελίξεων στις διεθνείς σχέσεις, οι οποίες ωστόσο προϋπήρχαν, με τη γενική τάση να κατευθύνεται σε έναν πολυπολικό κόσμο. Εχουμε, όμως, έγκαιρα σημειώσει ότι οι όποιες εκτιμήσεις γίνονται με μεγάλο βαθμό επισφάλειας, αποφεύγοντας να εστιάσουμε στις άμεσες συνέπειες, ορισμένες εκ των οποίων θα αποδειχθούν παροδικές.

Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν τις ευθύνες και τον ρόλο που αναλογούν στην παγκόσμια υπερδύναμη, επιβεβαιώνοντας στην πράξη για πολλοστή φορά το δόγμα Τραμπ, «η Αμερική πρώτα». Ο ένοικος του Λευκού Οίκου υποτίμησε αρχικά τον αντίκτυπο του Covid-19, στράφηκε εις βάρος της Κίνας (τον πρόεδρο της οποίας είχε συγχαρεί τον περασμένο Ιανουάριο για την αποτελεσματικότητά του στην πάταξη του κορωνοϊού), αφήνοντας ανοιχτό το σενάριο απαίτησης τεράστιων αποζημιώσεων, και αγωνιά για την επανεκκίνηση της οικονομίας ώστε να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας τους στις εκλογές του επόμενου Νοεμβρίου.

Είναι, εντούτοις, εμφανής η κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας, της οποίας το πρεστίζ και η αποτελεσματικότητα τόσο στην ανάληψη διεθνών πρωτοβουλιών όσο και στην εσωτερική διαχείριση της κατάστασης από υγειονομικής άποψης έχουν διαταραχθεί. Αντί, λοιπόν, να συντονίσει μια ενιαία αντίδραση έναντι της πανδημίας, δείχνοντας αντανακλαστικά όπως σε περασμένες περιπτώσεις (τσουνάμι 2004, οικονομική κρίση 2008-2009, H1N1 2009, Εμπολα 2014), στοχοποίησε τον ΠΟΥ – όχι αδίκως αλλά με λάθος τρόπο – και προσώρας δείχνει αποθυμία συνεργασίας. Πάντως, είναι πρόωρο να ισχυριστούμε ότι οδεύουμε σε έναν μεταμερικανικό κόσμο, όπου η πρωτοκαθεδρία της Ουάσιγκτον θα ανατραπεί, με το Πεκίνο να την αντικαθιστά, διότι το τελευταίο δεν διαθέτει ακόμη όλα όσα απαιτούνται, σε σκληρή και ήπια ισχύ.

Πράγματι, η Κίνα με τη «διπλωματία της γοητείας» προς κράτη που βρίσκονται στη μεγαλύτερη ανάγκη επιχειρεί να αλλάξει την εικόνα του κράτους που απέκρυψε καθοριστικά στοιχεία τον πρώτο κρίσιμο χρόνο, οδηγώντας στην εξάπλωση του Covid-19. Βέβαια, για την ώρα, ο κορωνοϊός δεν έχει μετατραπεί στο κινεζικό Τσερνόμπιλ και η επίδειξη γενναιοδωρίας με αποστολή υγειονομικού υλικού και τεχνογνωσίας, σε συνθήκες αδυναμίας παροχής βοήθειας μεταξύ εταίρων (όπως στην περίπτωση της ΕΕ), έχει διορθώσει το τρωθέν προφίλ της.

Αυτό δεν είναι αρκετό, για δύο τουλάχιστον λόγους: α) η αναθεώρηση επί τα χείρω (υπερδιπλασιασμός των θανάτων) για τη Γουχάν εντείνει τη δυσπιστία για την ειλικρίνεια του καθεστώτος, όχι μόνο στην παράθεση αριθμών αλλά και στην αποτροπή διασποράς του ιού (ανικανότητα ή εσκεμμένη ενέργεια;) και β) μέρος του υγειονομικού υλικού που έχει αποστείλει φαίνεται πως δεν πληροί τις προδιαγραφές, ενώ προ δύο εβδομάδων στη Φινλανδία παύθηκε ο επικεφαλής της υπηρεσίας έκτακτων προμηθειών για την εισαγωγή ελαττωματικών μασκών από την Κίνα. Ενώ, λοιπόν, μαίνεται η μάχη της επικοινωνίας, τέτοια περιστατικά ενδέχεται να επαναφέρουν στη συλλογική μνήμη την αναξιοπιστία των made in China προϊόντων.

Συγκεχυμένα είναι τα μηνύματα και σε άλλα πεδία που άπτονται της διαχείρισης του Covid-19. Οι υπηρεσίες υγείας της Δύσης δοκιμάστηκαν, κάποιες τα κατάφεραν, άλλες αποδείχθηκαν κατώτερες των περιστάσεων, κλονίζοντας πάντως την αίσθηση της υπεροχής έναντι τρίτων κρατών. Η δημοκρατία, τα ατομικά δικαιώματα και τα προνόμια αναμετρώνται ήδη με τη λήψη περιοριστικών μέτρων αλλά και την αδιακρισία της τεχνολογίας ως μέσου αυτοπροστασίας. Γι’ αυτό, ας μη βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr