Δεκάδες χιλιάδες Αθηναίοι περνάμε καθημερινά από την Πλατεία Κλαυθμώνος, αλλά ελάχιστοι γνωρίζουμε πως δεν λεγόταν πάντοτε έτσι και πως το βαπτιστικό που τελικά επικράτησε δεν της το έδωσε κάποιος δήμαρχος, μα ένας δημοσιογράφος – συγγραφέας, ο Δημήτριος Καμπούρογλου (1852-1942).

Στην πλατεία με τα πολλά βαπτιστικά – Αισχύλου, Νομισματοκοπείου, 25ης Μαρτίου, Δημοκρατίας – συγκεντρώνονταν οι απολυμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι επονομαζόμενοι «Παυσανίες», κι έκλαιγαν τη μοίρα τους. Υστερα από κάθε εκλογική αναμέτρηση, το κόμμα που έπαιρνε την εξουσία απέλυε τους «αντιφρονούντες» δημοσίους υπαλλήλους και διόριζε τους δικούς του (φανταστείτε, κατ’ επέκτασιν, πόσο άμεσο και αυστηρά προσωπικό συμφέρον είχαν οι εκάστοτε δημόσιοι υπάλληλοι ώστε, με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο, να μη συμβεί μια ανάλογη εκλογική… συμφορά): ο ρεβανσισμός σε όλο του το μεγαλείο.

Αυτή τη νοσηρή κατάσταση ήρθε να διορθώσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1911, όταν αναθεώρησε το Σύνταγμα του 1864 και κατοχύρωσε τη δημοσιοϋπαλληλική μονιμότητα· πού να φανταζόταν ο καημένος ότι διόρθωνε ένα κακό με ένα άλλο χειρότερο.

Ο ρεβανσισμός δέχτηκε πλήγμα με την αναθεώρηση του Βενιζέλου, αλλά μονάχα προσωρινά και αποκλειστικά στην ευπαθή τάξη των δημοσίων υπαλλήλων. Πρώτη κερδισμένη από τη συνταγματική αναθεώρηση ήταν η ποιότητα του ίδιου του κοινοβουλευτισμού: αφού οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν κινδύνευαν πλέον με καρατόμηση, δεν είχαν κι έκδηλο ενδιαφέρον για τον τοκετό των εκλογών, ούτε και καμιά ιδιαίτερη σκορδοκαΐλα να βάλουν το χεράκι τους ώστε η κάλπη να μη βγάλει το… λάθος αποτέλεσμα.

Ολα αυτά, βέβαια, σ’ ένα ιδεατό σύμπαν. Στον αληθινό κόσμο, ο ρεβανσισμός εξακολούθησε να λύνει και να δένει: μπορεί να μην κινδύνευαν πια οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά κινδύνευαν – και, αντιστρόφως, έτρεφαν προσδοκίες – όλοι οι υπόλοιποι. Ο διορισμός των «δικών μας παιδιών» – γαλάζιων, πράσινων ή κόκκινων – συνεχίζεται έως τις μέρες μας. Δεν έχετε παρά να ρίξετε μια ματιά, αν όχι στα προγράμματα – εκεί συνήθως τα πάντα είναι άψογα -, στο κλείσιμο του ματιού των υποψήφιων εθνοπατέρων προς τον ταλαίπωρο τον ψηφοφόρο: «Ψήφισε εσύ σωστά και, όταν θα έρθουμε εμείς στα πράγματα, οι αντίπαλοί μας θα φάνε τη σκόνη μας».

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα για τους «αρμούς της εξουσίας» (σε συνδυασμό με ανάλογες της συμβίας του, προ διετίας, όπου ευθέως ξεχώριζε εκείνους που κυβερνούν από εκείνους που λαμβάνουν πραγματικά τις αποφάσεις) δικαίως κίνησαν πάλι τις υποψίες μας ότι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης – στο φαντασιακό επίπεδο τουλάχιστον – παραμένει εμμονικά προσκολλημένος στη λενινιστική (και βαθύτατα αυταρχική / ολοκληρωτική) αντίληψη που περιφρονεί τη διάκριση των τριών εξουσιών, όπως τη διατύπωσε πρώτος ο Μοντεσκέ στο «Πνεύμα των Νόμων», και ο φορέας αυτής της αντίληψης δεν ησυχάζει παρά μόνον όταν θέσει υπό τον έλεγχό του και τις τρεις (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική).

Ανεξαρτήτως του τι φαντασιώνεται ο καθένας μας και πόσο μεγάλη είναι η ψαλίδα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις φαντασιώσεις μας, στο τέλος της ημέρας δίνουμε λόγο αποκλειστικά για τις πράξεις μας. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο Αλέξης Τσίπρας ως πρωθυπουργός δεν επέδειξε έφεση προς την ολοκληρωτική διακυβέρνηση: και εκλογές έκανε, και παρέδωσε την εξουσία όταν έχασε τις εκλογές. Δεν έχει νόημα να σκιαμαχούμε εάν το έκανε από πεποίθηση ή εάν δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά (είτε έτσι είτε αλλιώς, η 46χρονη μεταπολιτευτική δημοκρατία μας απέδειξε ξανά τις αντοχές της). Πιο πιθανό μού φαίνεται να προσέφερε με τις δηλώσεις του μια σπονδή στον αειθαλή ρεβανσισμό. Με άλλα λόγια: «Η δεύτερη φορά Αριστερά θα διορίσει περισσότερους από όσους διόρισε η πρώτη». Οπως θα έλεγε και ο Βέγγος: «Πελάαατες μου».

Γράψτε το σχόλιό σας