Είναι πιο δύσκολο ακόμη και από το να τετραγωνίσεις τον κύκλο. Πώς μπορείς να τετραγωνίσεις την μπάλα; Πώς μπορείς να διαγράψεις τον Ζαγοράκη και συγχρόνως να υποκύψεις στην απειλή του Ζαγοράκη;

Ετσι διατυπωμένο, το ερώτημα μοιάζει παραπειστικό. Οπως δεν μπορεί κανείς να τετραγωνίσει την μπάλα, έτσι δεν μπορεί και μια κυβέρνηση να υποκύψει σε κάποιον που μπορεί να έλαμψε με την παρουσία του στα γήπεδα αλλά στο Ευρωκοινοβούλιο έλαμψε με την απουσία του. Η κυβέρνηση, με άλλα λόγια, δεν θα μπορούσε να υποκύψει στον ευρωβουλευτή Ζαγοράκη και – πολύ περισσότερο – δεν θα μπορούσε να υποκύψει στον ποδοσφαιριστή. Υπέκυψε όμως στον ψηφοσυλλέκτη Ζαγοράκη. Ή, αν θα έπρεπε να αποπροσωποποιήσει κανείς την υποταγή, υπέκυψε στο πολιτικό κόστος.

Από μια άποψη, η κυβέρνηση μοιάζει να πείστηκε πως θα μπορούσε να τετραγωνίσει την μπάλα ξεφουσκώνοντάς την. Είναι αμφίβολο όμως πως με μια ξεφούσκωτη μπάλα μπορεί να ξεφουσκώσει ένα πρόβλημα. Είναι εξίσου αμφίβολο πως το πρόβλημα μπορεί να ξεφουσκώσει με έναν ξεφούσκωτο νόμο – ή, ποδοσφαιρικά μιλώντας, με έναν νόμο που έγινε κλωτσοσκούφι για να αποφευχθεί το πολιτικό κόστος.

Το πρόβλημα δεν ξεφουσκώνει ακόμη και αν κρυφτεί κάτω από τον υποτιθέμενο κίνδυνο της κοινωνικής ταραχής που λένε οι κυβερνητικοί πως θα προκαλούσε στη Βόρεια Ελλάδα η εφαρμογή του νόμου. Ακόμη και η νέα ρύθμιση, αυτή που λογίζεται ως «ευνοϊκή», μπορεί να αποδειχθεί στην πραγματικότητα μια τρόμπα που θα κάνει την μπάλα να σκάσει.

Ακόμη όμως και αν δεν επαληθευτεί ο φόβος, το πρόβλημα για την κυβέρνηση παραμένει. Κι αν ο ένας λόγος είναι η υποταγή στο πολιτικό κόστος, ο άλλος είναι αυτή που προβάλλεται από την κυβέρνηση ως αιτία της υποταγής: Μα μπορεί μια ποδοσφαιρική ομάδα ή – ακόμη πιο αποστασιοποιημένα – μια ανώνυμη εταιρεία, να θεωρείται από μια κυβέρνηση ισοδύναμη με μια οικονομική κρίση; Μπορεί το κοινωνικό κόστος της ανέχειας να αξιολογείται όσο το κοινωνικό κόστος ενός υποβιβασμού;

Είναι αδύνατον, όπως είναι αδύνατο να τετραγωνιστεί η μπάλα. Κι αυτό για μια κυβέρνηση είναι κάτι παραπάνω από έγκλημα. Είναι κάτι παραπάνω και από λάθος. Είναι μια κίνηση πολύ υψηλού ρίσκου και εξαιρετικά αμφίβολου αποτελέσματος. Είναι, με μια λέξη, αυτογκόλ.

Είναι το αυτογκόλ μιας κυβέρνησης που για να αποφύγει το πολιτικό κόστος φαίνεται διατεθειμένη να μην ταράξει πια την κοινωνία στη νομιμότητα – τη νομιμότητα των άκαπνων δημόσιων χώρων, του πανεπιστημιακού ασύλου, των καταλήψεων -, αλλά στις ρυθμίσεις. Δείχνει ακόμη να υποκύπτει σε ένα από εκείνα τα ρητά χάρις στα οποία έγινε διάσημος ως κωμικός ο Γκράουτσο Μαρξ. Εχει τις απόψεις της, αλλά εάν δεν αρέσουν έχει κι άλλες. Εχει νόμους κι έχει κι άλλους. Νόμους για όλες τις ανάγκες, νόμους για όλα τα γούστα.

Ακόμη χειρότερα, η κυβέρνηση φάνηκε να υποχωρεί πριν ακόμη δοκιμαστεί εκεί όπου αργά ή γρήγορα δοκιμάζονται όλες οι κυβερνήσεις. Στο πεδίο μιας σύγκρουσης. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς το αντεπιχείρημα. Μα είναι ανάγκη να συγκρουστεί με πληγωμένους οπαδούς; Είχε κανέναν λόγο να δοκιμάσει τις αντοχές της απέναντι στον εφαρμοσμένο χουλιγκανισμό, να αναμετρηθεί με τον γηπεδικό φανατισμό; Δεν θα είχε εάν η εναλλακτική δεν ήταν αυτή που προσέφερε. Οχι απλά μια στιγμή ποδοσφαιροποίησης της πολιτικής. Αλλά μια πολιτική ξεφούσκωτη στα πόδια του Ζαγοράκη. Μια πολιτική κλωτσοσκούφι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο