Η μία από τις ταινίες της σεζόν ξεκινάει με την αποδόμηση της συντροφικότητας. Στην εναρκτήρια σεκάνς του «Κατηγορώ» ο Ρόμαν Πολάνσκι κινηματογραφεί τη διαπόμπευση ενός εξιλαστήριου θύματος που μέχρι πρότινος υπήρξε ο «συμπολεμιστής».

Ο αποδιοπομπαίος Ντρέιφους θα ξαναζήσει την αλληλεγγύη μερικά πλάνα αργότερα στο πρόσωπο ενός πρώην διώκτη του. Στο «1917» ο Σαμ Μέντες ανοίγει το αρχικό μονοπλάνο με δύο συντρόφους εν όπλοις, σε μια ανάπαυλα από το σφαγείο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Δύο σχετικά άγνωστοι ηθοποιοί (Ντιν Τσαρλς Τσάπμαν, Τζορτζ ΜακΚέι) στους ρόλους δυο μέχρι πρότινος αγνώστων. Η φιλία τους υπερβαίνει τον περιορισμένο φιλμικό χρόνο χαρίζοντας ένα στιγμιότυπο ανθολογίας – το γυμνό δέντρο μέσα στην αβεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Στον «Ιρλανδό» η έννοια της συντροφικότητας αλλάζει συνεχώς δέρμα φτάνοντας από την αφοσίωση ως το αδιέξοδο.

Και οι τρεις ταινίες συγκέντρωναν όντως τις προϋποθέσεις για να τις αποκαλέσουν «παλιομοδίτικες»: θεματολογία, χωροχρονική απόσταση από την εποχή μας, σφιχτά πλάνα (ειδικά στην περίπτωση του Πολάνσκι), «εμμονές» (στην περίπτωση του Σκορσέζε), ακόμη και μια αίσθηση «μεταφυσικής» κανονικότητας για πολεμικό φιλμ (Μέντες). Το φλας μπακ που επιχείρησε ο καθένας από τους τρεις – προφανώς, με διαφορετική στόχευση – έμοιαζε αναχρονιστικό. Και, επιτέλους, κανείς δεν ζήτησε από παλιότερους ή νέους σκηνοθέτες να μας υπενθυμίσουν τις αρετές που κρύβει το είδος της ταινίας εποχής ή η εικονογράφηση μικρομεσαίων μαφιόζων.

Θα ήταν άδικο, ωστόσο, εάν μέναμε στη φόρμα και χάναμε το δάσος. Εκτός από τη φιλία, το άλλο συστατικό που δένει τις τρεις ταινίες στο κοινό hype της σεζόν είναι ο χρόνος. Από μόνο του το μαρκετίστικο τρικ του «μονοπλάνου» δεν λέει τίποτε για το «1917», αν το ντεκουπάζ δεν είναι στερεωμένο με σκηνοθετικές ιδέες.

Το ανθρωποκυνηγητό στην αρχή του 20ού αιώνα, που στήνει ο Πολάνσκι, με όλες τις στολές, τα σιρίτια, τις άμαξες και τα καφέ, μένει ένα σκηνικό χωρίς την αναφορά στη σημερινή εποχή: το κυνήγι για εξιλαστήρια θύματα εν μέσω της αδυσώπητης πολιτικής ορθότητας. Ο Σκορσέζε είναι ένας κόσμος χωριστά.

Ο σκηνοθέτης στον οποίο η Paramount αρνήθηκε την παραγωγή – εξαιτίας κόστους – μετέφερε στο άτυπο κύκνειο άσμα την ταινία που πάντα γυρίζει: τον άνθρωπο που βιώνει την άνοδο για να υποφέρει την πτώση. Ο χρόνος και οι ταχύτητες της εποχής, αισθάνεται ο ίδιος, δεν είναι με το μέρος του. Και κάπως έτσι μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε την αντίδρασή του για τις ταινίες της Marvel ή την απαιτητική διάρκεια του «Ιρλανδού»: ως μια σπουδή ενός βετεράνου απέναντι στην κλεψύδρα που αδειάζει.

Στον «Ιρλανδό» εμπεριέχονται στιγμές από προηγούμενες ταινίες του: ο «Ταξιτζής» στα ταξί που ανατινάζονται, το μονοπλάνο στα «Καλά παιδιά», ο γηρασμένος Τζέικ Λα Μότα από το «Οργισμένο είδωλο». Και σε μία μισάνοιχτη πόρτα πριν από το φινάλε ο «Τελευταίος πειρασμός»: «Ο θάνατος δεν είναι πόρτα που κλείνει. Ανοίγει, κι εσύ περνάς».

Όπως συμβαίνει σε όλες τις ταινίες που σέβονται τον εαυτό τους, χρόνος = ηθική επιλογή. Καθώς η κλεψύδρα αδειάζει και το σενάριο φτάνει στους τίτλους τέλους, οι ήρωες και οι αντιήρωες βρίσκονται μόνοι με τα διλήμματά τους. Θα μεταφέρουν το μήνυμα; Θα αντισταθούν στο παχυδερμικό μιλιταριστικό σύστημα;

Θα ζητήσουν συγχώρεση για μια τελευταία φορά; Παλιομοδίτικο; Σίγουρα. Αλλά και το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο ο καλός κινηματογράφος.

Γράψτε το σχόλιο σας