Φαίνεται πως τα χαλαρά χαμόγελα και τα αστειάκια στη δεξίωση προς τιμήν του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ ήταν απλώς ένα διάλειμμα.

Το πολιτικό σκηνικό επιστρέφει σε αυτό που ο Κώστας Λαλιώτης είχε κάποτε ορίσει ως το «σκληρό ροκ» στην πολιτική. Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση προκρίνουν τη σύγκρουση και τη σκληρή αντιπαράθεση σε όλα τα ζητήματα της επικαιρότητας.

Θεωρούν ότι έτσι μπορούν να κατοχυρώσουν καλύτερα τη θέση τους και να συσπειρώσουν το ακροατήριό τους. Αυτό με τη σειρά του φορτίζει κάθε πτυχή της πολιτικής συζήτησης και διαμορφώνει ένα ιδιαίτερα συγκρουσιακό πολιτικό περιβάλλον

Η σύγκρουση για την υπόθεση Novartis

Η υπόθεση Novartis εξακολουθεί να ρίχνει βαριά σκιά στην πολιτική συζήτηση. Αυτό είχε φανεί και από τους υψηλούς τόνους εκατέρωθεν στην ολομέλεια αλλά και τον τρόπο που η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη συγκρότηση προανακριτικης επιτροπής για τον Δ. Παπαγγελόπουλο ως προσπάθεια να αντιμετωπιστεί συνολικά η κατά τη γνώμη της αθέμιτη παρέμβαση της κυβέρνησης Τσίπρα στη λειτουργία των θεσμών.

Η επιλογή της πλειοψηφίας της επιτροπής να εξαιρέσει τους κ.κ. Πολάκη και Τζανακόπουλο, καθαυτή ένα σύμπτωμα των προβλημάτων που γεννά ένα πλαίσιο που απαιτεί από εκλεγμένους πολιτικούς να λειτουργούν και ως ανακριτές εντός των όρων της ποινικής δικονομίας, πυροδότησε ακόμη πιο μεγάλη ένταση.

Αυτό φάνηκε και στις παρεμβάσεις που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, στην αμφισβήτηση της απόφασης αλλά και στην επικοινωνιακή διαχείριση, έστω και εάν στο τέλος προκρίθηκε μια προσπάθεια απεγκλωβισμού. Πάντως ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να επιμένει ότι θα μπορέσει να αποδείξει τις πραγματικές ευθύνες των στελεχών των κυβερνήσεων πριν από το 2015.

Ούτως ή άλλως γύρω από τη συγκεκριμένη υπόθεση, που επικαθορίζεται και από την ενεργή πλέον δίωξη σε βάρος του κ. Λοβέρδου, αναμένεται να κλιμακωθεί η πολιτική σύγκρουση. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιδιώξει με κάθε τρόπο να επαναφέρει τα κατά τη γνώμη του σκάνδαλα και η κυβέρνηση τις κατά τη γνώμη της αθέμιτες παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη, ακόμη και εάν οι διαρκείς αντεγκλήσεις γύρω από αυτό το ζήτημα μάλλον δεν πρόκειται να μας κάνουν σοφότερους ως προς τις πραγματικές διαστάσεις του ζητήματος.

Η σύγκρουση για τα πανεπιστήμια

Η παρουσία των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης των φοιτητών στην ΑΣΟΕΕ που εγκλωβίστηκαν από την αστυνομία έδειξε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιμείνει στο να αναδεικνύει αυτό το θέμα. Αυτό προκύπτει μέσα από μια εκτίμηση ότι οι κυβερνητικοί χειρισμοί, που τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν «επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα» με βάση τις δηλώσεις και τη στάση των κυβερνητικών παραγόντων, προκαλούν μεγάλες αντιδράσεις ιδίως σε τμήματα της νεολαίας και γι’ αυτό το λόγο θα επιμείνουν σε αυτή την κατεύθυνση.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιλογή σκληρής ρητορικής απηχεί τόσο μια  εκτίμηση για το πώς αλλεπάλληλες γενιές νέων που πέρασαν από τα μεγάλα φοιτητικά και νεολαΐστικα κινήματα των τελευταίων δεκαετιών έχουν μια αυξημένη ευαισθησία σε αυτό το θέμα, όσο και τα δημοκρατικά αντανακλαστικά σε ένα ακροατήριο που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ.

Από τη μεριά της η Νέα Δημοκρατία επίσης θέλει να προνομιμοποιήσει το συγκεκριμένο θέμα καθώς πιστεύει ότι το θέμα της ασφάλειας και της τήρησης της νομιμότητας διατηρεί ιδιαίτερα θετική απήχηση σε ένα ευρύτερο πολιτικό ακροατήριο.

Γι’ αυτό το λόγο και σε αντίθεση με άλλες εποχές όπου θα πρυτάνευε και μια λογική πολιτικού κόστους ή ένας φόβος μήπως χρεωθεί πολιτικά «αυταρχισμό», αυτή τη φορά όχι μόνο το θέμα αυτό προκρίνεται αλλά αποτελεί κεντρική αιχμή.

Το «μέτωπο της νέας κανονικότητας» εναντίον του «νέου αντιδεξιού μετώπου»

Πέραν των επιμέρους αντιπαραθέσεων, αρχίζει και διαμορφώνεται ένα μοτίβο πολιτικής αντιπαράθεσης που θα το δούμε και τους επόμενους μήνες.

Η κυβέρνηση και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνουν να θέλουν να ηγηθούν του «μετώπου της νέας κανονικότητας». Μόνο που στον τρόπο που προκρίνεται η «νέα κανονικότητα» σαφέστατα περιλαμβάνονται και συγκρούσεις.

Για την ακρίβεια η κυβέρνηση δείχνει να πιστεύει ότι έχει να κερδίσει από μια σύγκρουση ανάμεσα στη λογική της κανονικότητας και ό,τι όρισε την Ελλάδα της κρίσης. Γι’ αυτό και δεν περιορίζει τη νέα κανονικότητα απλώς στην επιστροφή αναπτυξιακών ρυθμών στην οικονομία ή την υποχώρηση της ανεργίας, αλλά και στην επιστροφή στη «νομιμότητα» και την πάταξη όλων αυτών που η Νέα Δημοκρατία επιμένει να χαρακτηρίζει «εστίες ανομίες».

Κατά τη γνώμη του επιτελείου της ΝΔ, δεν βρισκόμαστε σε μια συνθήκη ανάλογη των αρχών της δεκαετίας όπου η κοινωνία έδειχνε ανοχή ή ακόμη και στήριξη σε δυναμικές μορφές κινητοποίησης ή ανυπακοής. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, αρκετά κομμάτια επιδιώκουν μια εικόνα ευνομούμενης κοινωνίας και τη διαμόρφωση ξανά μιας «ευρωπαϊκής χώρας».

Από την άλλη μεριά ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να θέλει να διαμορφώσει ένα μέτωπο όλων εκείνων που νιώθουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποκλεισμένοι ή αδικημένοι από τη νέα κανονικότητα: από τους εργαζόμενους της ΔΕΗ, μέχρι τους φοιτητές ή όσους αντιδρούν για τις αστυνομικές επιχειρήσεις στα Εξάρχεια.

Σύμφωνα με αυτό το σχήμα μια σκληρή αντιπολίτευση, μαζί με την απαραίτητη παρουσία στο δρόμο και τη διαδήλωση, θα επιτρέψει μια νένα και αναβαθμισμένη σχέση με την κοινωνία.

Ταυτόχρονα, η εκτίμηση είναι ότι υπάρχουν αρκετά βαθιά δημοκρατικά αντανακλαστικά μέσα στην κοινωνία, ιδίως στο ιστορικό εκλογικό ακροατήριο του ΠΑΣΟΚ, που ενεργοποιούνται απέναντι στις «αυταρχικές επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη» και το τρόπου που χειρίζεται τις καταστάσεις.

Αυτή η επιστροφή στο δρόμο, που βέβαια δεν συνδυάζεται με κάποια ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με την προεκλογική περίοδο, έχει να κάνει και με την άλλη παράλληλη κίνηση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης που είναι η «πορεία προς το λαό» που έχει ξεκινήσει ο Αλέξης Τσίπρας στο πλαίσιο και της εκστρατείας ανοίγματος και προσέλκυσης νέων μελών.

Έτσι επιστροφή στο δρόμο και τη διαδήλωση και κομματική οικοδόμηση «από τα κάτω» και με άμεση επαφή ανάμεσα στην ηγεσία και τα μέλη, φαντάζουν στα μάτια του επιτελείου του ΣΥΡΙΖΑ ένας τρόπος να ανοιχτεί στην κοινωνία και να δείξει ότι κάνει πολιτική «αλλιώς».

 

Οι παγίδες της σύγκρουσης

Μια τέτοια σύγκρουση έχει πάντα τον κίνδυνο να θεωρηθεί ως υπεκφυγή απέναντι σε πραγματικά προβλήματα. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση προκρίνει αυτά τα θέματα για να αποφύγει τα εσωτερικά προβλήματα που έχει με τους προσκείμενους σε αυτή αυτοδιοικητικούς άρχοντες που δεν επιθυμούν τη μεταφορά αιτούντων ασύλου σε περιοχές αρμοδιότητάς του, αλλά και να απαντήσει στην αμηχανία από την απουσία ακόμη μεγάλων τομών που να παραπέμπουν σε ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Αντίστοιχα, ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να βρει έτσι μια διέξοδο από το γεγονός ότι ακόμη δεν έχει αποσαφηνίσει το κεντρικό στίγμα της αντιπολιτευτικής του τακτικής, δηλαδή το εάν θα επιμείνει στην υπεράσπιση του δικού του κυβερνητικού έργου, εάν θα κάνει προγραμματική αντιπολίτευση, εάν θα επιστρέψει σε προηγούμενες θέσεις «ριζοσπαστικής αριστεράς».

Την ίδια στιγμή ο εγκλωβισμός σε αυτού του είδους την αντιπαράθεση απειλεί να εγκλωβίσει τους δύο χώρους.

Στην υπόθεση Novartis η κυβέρνηση κινδυνεύει να δώσει την εντύπωση ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για την πολιτική βεντέτα με την αξιωματική αντιπολίτευση παρά τη διερεύνηση του σκανδάλου. Στο ίδιο θέμα ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να καταγραφεί ως απολογητής μεθοδεύσεων που έβαλαν το πολιτικό όφελος πάνω από την ομαλή θεσμική λειτουργία.

Αντίστοιχα στα θέματα που αφορούν τα πανεπιστήμια, η κυβέρνηση κινδυνεύει να χρεωθεί τον υπέρμετρο αστυνομικό ζήλο ή ότι έριξε παραπάνω λάδι στη φωτιά στην ίδια ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει το ρίσκο να δώσει εικόνα περισσότερο κινηματικής παρά «κυβερνητικής δύναμης».

Πάντως σε αυτή τη φάση και οι δύο πόλοι προκρίνουν την πόλωση, ίσως γιατί προς το παρόν εκτιμούν ότι η συσπείρωση και τόνωση της αυτοπεποίθησης του στενού κομματικού ακροατηρίου παραμένει μια καλή αφετηρία για μια σύγκρουση που είναι ακόμη στην αρχή.