Το “it’s the economy, stupid” στοιχειώνει κάθε κυβέρνηση. Πράγμα λογικό, αφού η εμπειρία δείχνει ότι τελικά για να σταθεί μια κυβέρνηση πρέπει να μπορεί να παρουσιάσει έργο και στην οικονομία και μάλιστα με τρόπο απτό για τους ίδιους τους πολίτες.

Σε αυτό το πλαίσιο, δοκιμάζει στην πράξη το αφήγημά της και η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και γι΄ αυτό η συζήτηση στο υπουργικό συμβούλιο. Το ίδιο το αφήγημά της είναι γνωστό: ο συνδυασμός ανάμεσα στο «ξεμπλοκάρισμα των επενδύσεων», την προσέλκυση νέων επενδυτών και τις φοροελαφρύνσεις, μαζί με μια πετυχημένη εκ νέου διαπραγμάτευση των εξοντωτικών πρωτογενών πλεονασμάτων θα οδηγήσει σε υψηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, αύξηση της ευημερίας και καλύτερους αποπληρωμής του χρέους.

Μόνο που ανάμεσα στις διακηρύξεις και την πραγματικότητα υπάρχει μια κρίσιμη απόσταση, εντός της οποίας κρίνονται όλα τελικά.

 

Τι σημαίνει «ξεμπλοκάρουν οι επενδύσεις»;     

Η Νέα Δημοκρατία ως αντιπολίτευση κατηγορούσε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι αντιπάλευε τις επενδύσεις και παράλληλα δεσμευόταν ότι στη δική της θητεία θα έκανε ό,τι μπορούσε για να ξεμπλοκάρουν οι επενδύσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι που πρέπει να δούμε και τις κινήσεις της νέας κυβέρνησης.

Μέχρι τώρα η πιο «εμβληματική» χειρονομία της νέας κυβέρνησης αφορούσε την επένδυση που έχει θεωρηθεί «εμβληματική», δηλαδή αυτή του Ελληνικού.

Αυτό αποτυπώθηκε στον τρόπο που η ίδια κυβέρνηση πρόβαλε τις πρόσφατες αποφάσεις του ΚΑΣ και του ΚΣΝΜ. Οι δύο αποφάσεις προβλήθηκαν ως «ξεμπλοκάρισμα», ως «πράσινο φως» και ως «επανεκκίνηση» του μεγάλου αυτού έργου.

Βέβαια, στην πραγματικότητα και οι δύο αποφάσεις αφορούσαν μια δευτερεύουσα πλευρά του έργου και δη αυτή που αφορούσε το εάν το υπουργείο Πολιτισμού θα μπορεί να έχει λόγο για τα πολύ ψηλά κτίρια εκτός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου. Μάλιστα, γνώστες των αρχαιολογικών πραγμάτων επισημαίνουν ότι και να μην είχε υπάρξει η θετική απάντηση στις σχετικές αιτήσεις θεραπείας, ούτως ή άλλως το ΚΑΣ με τη σημερινή του σύνθεση δεν θα είχε εμποδίσει την ανέγερση των συγκεκριμένων έργων. Κατά τα άλλα, το πλαίσιο αρχαιολογικής προστασίας διατηρήθηκε αυτούσιο.

Αντίθετα, πολύ κρίσιμα για την προώθηση του έργου αναδεικνύονται ζητήματα που αφορούν τους ρυθμούς με τους οποίους θα υλοποιηθεί το ίδιο το συγκεκριμένο έργο, όπως για παράδειγμα το ζήτημα του διαγωνισμού για την άδεια του καζίνο, όπως και το συνολικότερο θέμα που αφορά το επενδυτικό ενδιαφέρον για το έργο σε συνάρτηση με το συνολικότερο διεθνές οικονομικό κλίμα.

Αυτό αφορά και ένα συνολικότερο ερώτημα που υπάρχει για τις επενδύσεις στη χώρα. Η επικέντρωση στις καθυστερήσεις που προκύπτουν από την περιβαλλοντική ή την αρχαιολογική νομοθεσία, παραβλέπει άλλα προβλήματα που υπάρχουν συχνά σε επενδύσεις και που δεν αφορούν ούτε τις αρχαιότητες ούτε τις δασικές εκτάσεις. Οι μεγάλες καθυστερήσεις στη δικαστική εκδίκαση αφορούν συχνά προσφυγές που κάνουν ανταγωνίστριες εταιρείες και όχι οργισμένοι κάτοικοι, ενώ δεν είναι λίγες περιπτώσεις που έργα καθυστερούν για χρηματοδοτικούς λόγους.

Και η γραφειοκρατία;

Αντίστοιχα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι ακόμη και τα ζητήματα περιβαλλοντικής, αρχαιολογικής και χωροταξικής αδειοδότησης δεν αφορούν όλες τις επενδύσεις, αλλά κυρίως αυτές που αφορούν τον τουρισμό και τον real estate. Όμως, η προσέλκυση επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας αφορά και άλλες παραμέτρους όπως είναι το συνολικότερο πρόβλημα της γραφειοκρατίας, τις δυνατότητες ή όχι πρόσβασης σε χρηματοδοτήσεις, την αποτελεσματικότητα στη διαχείριση των κοινοτικών πόρων, την πρόσβαση σε υποδομές αλλά και τη δυνατότητα συνεργειών με το χώρο της έρευνας.

Θα μπορούσε να πει κανείς επομένως ότι η επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών, που θα προσπαθήσει να φέρει το νομοσχέδιο που θα καταθέσει το υπουργείο Ανάπτυξης είναι μία κρίσιμη παράμετρος της προσέλκυσης επενδύσεων, αλλά όχι η μόνη και σε ορισμένες περιπτώσεις όχι η καθοριστική.

Πιο σημαντικές μπορεί να αποδειχτούν αυτές που θα αφορούν τα επιχειρηματικά πάρκα, την πρόσβαση στις αναγκαίες χρηματοδοτήσεις (που με τη σειρά της απαιτεί την αντιμετώπιση του προβλήματος με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των τραπεζών), ή την προώθηση των υποδομών της «ψηφιακής εποχής».

Αντίστοιχα, η εμπειρία έχει δείξει ότι οι επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξία και αναπτυξιακής δυναμικής δεν απαιτούν την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, ιδίως όταν και η κυβέρνηση παραδέχεται ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί λύση για την ανεργία η αύξηση των κακοπληρωμένων και επισφαλών θέσεων εργασίας.

 

Η σημασία της διαπραγμάτευσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση

Το δεύτερο μεγάλο κρίσιμο μέτωπο είναι αυτό που αφορά τη διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η παραδοχή όλων ότι δεν μπορεί να υπάρξει έξοδος από το φαύλο κύκλο της λιτότητας και των υποτονικών ρυθμών ανάπτυξης με παράλληλη διατήρηση των σημερινών πρωτογενών πλεονασμάτων, δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα θα αντιμετωπιστεί τόσο εύκολα.

Όλα δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και κυρίως το Βερολίνο είναι ακόμη επιφυλακτικές στο να δώσουν το μήνυμα ότι μπορούν να «αλλάξουν τα συμφωνηθέντα». Αυτό έχει να κάνει και με το φόβο έναντι της λαϊκιστικής ακροδεξιάς που θα μπορούσε να μιλήσει για «παιχνίδια με τα λεφτά των φορολογουμένων». Επιπρόσθετα, υπάρχουν και χώρες όπως η Ολλανδία που αντιδρούν ούτως ή άλλως σε κάθε σκέψη για χαλάρωση των διαδικασιών για το υπέρμετρο χρέος.

Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη έχει γίνει έστω και σιωπηρά αποδεκτό ότι όχι μόνο για το 2019 αλλά και για το 2020 θα διατηρηθεί ο στόχος του πλεονάσματος στο 3,5%. Όμως, από ένα σημείο και μετά αυτό δημιουργεί πραγματικά προβλήματα για την πλήρη υλοποίηση του κυβερνητικού σχεδίου για τις φοροελαφρύνσεις και κατά συνέπεια για τη θετική οικονομική δυναμική που αυτές μπορούν να δημιουργήσουν.

Το πώς θα μπορέσουν στην επόμενη διετία να συνδυαστούν οι στόχοι για τα πλεονάσματα με το συνολικό πακέτο φοροελαφρύνσεων θα είναι μια από τις πιο δύσκολες εξισώσεις που θα κληθεί να λύσει το οικονομικό επιτελείο, έστω και εάν σε αυτή τη φάση η υποχώρηση των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων έχει λύσει το πρόβλημα της πρόσβασης στις διεθνείς χρηματαγορές.

Η σημασία του διεθνούς κλίματος

Όλα αυτά θα κριθούν και από τη συνολική κατάσταση στην παγκόσμια οικονομία, όπου όλα δείχνουν ότι βαίνουμε σε μια σημαντική επιβράδυνση, με την Ευρωζώνη μάλιστα να δείχνει ότι μπορεί να πάει και σε ύφεση.

Είναι αλήθεια ότι η ελληνική οικονομία σε μεγάλο βαθμό αυτή τη στιγμή τροφοδοτείται περισσότερο από τη δική της δυναμική που αφορά την αργή επιστροφή από μια συνθήκη καταστροφικής ύφεσης και τη μερική επιστροφή μιας ορισμένης αισιοδοξίας, παρά από τις γενικές τάσεις της παγκόσμιας οικονομίας. Όμως, αυτή η δυναμική έχει όρια.

Επιπλέον, κρίσιμες πλευρές της ελληνικής οικονομίας όπως είναι ο τουρισμός ή η προσέλκυση επενδύσεων επηρεάζονται από το συνολικότερο διεθνές οικονομικό κλίμα.

Σε κάθε περίπτωση η επιδείνωση του κλίματος αυξάνει τις δυσκολίες και για την οικονομική πολιτική της κυβέρνηση.

Η μόνη θετική διάσταση θα ήταν να ξεκινήσει ξανά πρόγραμμα ποσοτική χαλάρωσης από την ΕΚΤ, ως απάντηση στην οικονομική επιβράδυνση, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτή τη φορά η Ελλάδα να μην μείνει εκτός προγράμματος όπως την προηγούμενη φορά.

 

Η εύθραυστη αισιοδοξία

Η κυβέρνηση επενδύει σε ένα κλίμα σχετικής αισιοδοξίας που έχει επιστρέψει σε αρκετούς παράγοντες της ελληνικής οικονομίας. Αυτό προσπαθεί να τροφοδοτήσει με τις μέχρι τώρα παρεμβάσεις της όποια και εάν είναι η κλίμακά τους. Αυτό θέλησε να τονώσει η χρονική πρόταση των φοροελαφρύνσεων, η γρήγορη κατάθεση νομοσχεδίων, ακόμη και χωρίς άμεσο οικονομικό αντίκτυπο, η ολοκλήρωση της διαδικασίας άρσης των capital controls που ούτως ή άλλως είχε δρομολογηθεί και από την προηγούμενη κυβέρνηση. Η επένδυση στην αισιοδοξία ουσιαστικά επιδιώκει να αντισταθμίσει εν μέρει τις δυσκολίες που μπορεί να έρθουν από διεθνές οικονομικό κλίμα και τη διαπραγμάτευση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Όμως, δεν παύει να είναι μια εύθραυστη αισιοδοξία που για να γίνει πραγματική οικονομική δυναμική απαιτεί μέτρα που να υπερβαίνουν το επικοινωνιακό επίπεδο του «μηνύματος» και να αφορούν το πολύ πιο δύσκολο επίπεδο της πράξης.