Ο Ηλίας Βενέζης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ηλία Μέλλου) γεννήθηκε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας το 1904. Γιος του Μιχαήλ Δ. Μέλλου και της Βασιλικής Γιαννακού Μπιμπέλα, ο Ηλίας είχε έξι αδέλφια.

Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο πατέρας του και μία αδελφή του αποκλείστηκαν στη Μικρά Ασία, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια κατέφυγε στη Μυτιλήνη, όπου ο συγγραφέας ενεγράφη στο γυμνάσιο.

Το 1919, μετά την αποβίβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία, επέστρεψαν όλα τα μέλη της οικογένειάς του στο Αϊβαλί, εκτός από την αδελφή του Άρτεμη, που είχε πεθάνει από επιδημία ισπανικής γρίπης στη Μυτιλήνη.

Το 1922 ο Βενέζης, που μόλις είχε τελειώσει το γυμνάσιο στη γενέτειρά του, αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και υπηρέτησε σε τάγματα εργασίας, στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, επί δεκατέσσερις μήνες.

Αφέθηκε ελεύθερος το 1923 και επέστρεψε στη Λέσβο, για να βρει την οικογένειά του. Εκεί εργάστηκε αρχικά στο Πλωμάρι ως υπάλληλος της Διευθύνσεως Κτημάτων εξ Ανταλλαγής του υπουργείου Γεωργίας και ακολούθως ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα και στην Τράπεζα Ελλάδος.

Κατόπιν μεταθέσεώς του στο υποκατάστημα της Τράπεζας Ελλάδος στην Αθήνα, ο Βενέζης εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα, όπου έμελλε να εργαστεί έως το 1957.

Το 1938 νυμφεύτηκε τη Σταυρίτσα Μολυβιάτη (με καταγωγή από το Αϊβαλί), με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Άννα.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Βενέζης συνελήφθη από τους Γερμανούς και κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Απελευθερώθηκε είκοσι τρεις μέρες αργότερα, ύστερα από εκκλήσεις του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και άλλων προσωπικοτήτων της εποχής.

Ο Ηλίας Βενέζης διετέλεσε γραμματέας και διευθύνων σύμβουλος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου (1950-1952), διοικητικός διευθυντής και πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής του (1964-1967), ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα (1950), συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (1954-1966), πρόεδρος του κινηματογραφικού φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1963-1966) και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (1966-1970).

Επίσης, εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1957), θέση από την οποία ανέπτυξε έντονη πολιτιστική δραστηριότητα.

Στη λογοτεχνία ο Βενέζης πρωτοεμφανίστηκε το 1921 με δημοσιεύσεις διηγημάτων στο περιοδικό της Κωνσταντινούπολης «Ο Λόγος».

Το 1927 βραβεύτηκε από το περιοδικό «Νέα Εστία» για το διήγημά του «Ο θάνατος», ενώ αργότερα δημοσίευσε σε συνέχειες την πρώτη μορφή του εμπνευσμένου από την εμπειρία του στα τάγματα εργασίας της Ανατολής έργου του «Το νούμερο 31328», που εκδόθηκε το 1931.

Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα «Γαλήνη», «Αιολική γη», «Έξοδος» και «Ωκεανός», που κινούνται όλα στο πλαίσιο του ντοκουμέντου, με σαφείς επιδράσεις από την ανθρωπιστική ιδεολογία του συγγραφέα.

Ολοκλήρωσε επίσης διηγήματα, ιστορικές μελέτες, οδοιπορικά και το θεατρικό έργο «Μπλοκ C», που ανέβηκε πρώτη φορά το 1945 από το θίασο του Πέλου Κατσέλη.

Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Το 1949, κατόπιν προσκλήσεως του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, περιόδευσε στις ΗΠΑ, όπου πραγματοποίησε διαλέξεις και συνεντεύξεις.

Ο Ηλίας Βενέζης τιμήθηκε με το Α’ Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών.

Απεβίωσε το 1973 στην Αθήνα ύστερα από πολύχρονη και επώδυνη ασθένεια.

Ο Mario Vitti («Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 383-384) έγραψε τα εξής για «Το νούμερο 31328» του Βενέζη:

Ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973) αφηγείται με φράσεις στεγνές και ασθμαίνουσες τις περιπέτειές του, όταν, παιδί σχεδόν, τον εκτόπισαν οι Τούρκοι του Κεμάλ με τα σώματα αιχμαλώτων, μαζί με άλλους Ρωμιούς της περιοχής της Κυδωνίας, απ’ όπου καταγόταν. Τα επεισόδια σε αναστατώνουν, σε αφήνουν δίχως ανάσα και σου στερούν τη δυνατότητα να προσέξεις τις αδυναμίες ύφους. Η έκθεση είναι ωμή, κοφτή, κάποτε αδέξια. Στην επανέκδοση του βιβλίου ο Βενέζης φρόντισε περισσότερο το ύφος δίχως όμως να θίξει τα βασικά χαρακτηριστικά του. […]

Από τη δική του πλευρά, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος («Ξαναδιαβάζοντας Ηλία Βενέζη». Ιχνογραφία. Κριτικά σχόλια, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007, 46-47 & 48-50) σχολιάζει με τον ακόλουθο τρόπο το ίδιο αφηγηματικό έργο του Βενέζη:

Η αξία και το ενδιαφέρον που προκαλεί το βιβλίο του Βενέζη δεν προκύπτει μόνον από το γεγονός ότι βρισκόμαστε μπροστά στη μαρτυρία ενός ανθρώπου που έζησε από πρώτο χέρι μια κρίσιμη ιστορική στιγμή με όλες τις ταλαιπωρίες, τις στερήσεις και τον εξευτελισμό της προσωπικότητάς του. Η ατομική περίπτωση υποχωρεί μπροστά στα δεινά της κοινής μοίρας, γίνεται το χρονικό ενός συλλογικού και συνάμα διαχρονικού μαρτυρίου, στο οποίο πρωταρχικό χαρακτηριστικό είναι η σωματική βάσανος, κάτω από το βάρος της οποίας ισοπεδώνονται οι οποιεσδήποτε διαφορές και αντιθέσεις εθνικού, ιδεολογικού και θρησκευτικού χαρακτήρα και εξαφανίζονται όλα τα ιδιαίτερα γνωρίσματα κάθε ανθρώπινης προσωπικότητας. Ολόκληρο το βιβλίο προκαλεί την εντύπωση μιας διαρκώς χαίνουσας σωματικής πληγής. […]

Το νούμερο 31328 μπορεί να μιλά για το συγκεκριμένο ιστορικό περιστατικό, αλλά δεν διακρίνει νικητές και ηττημένους, δεν ξεχωρίζει καλούς και κακούς, τουλάχιστον στις πρώτες του εκδόσεις όπου ήταν σαφέστερες και εντονότερες, απ’ ό,τι στις μεταγενέστερες εκδόσεις, οι καταγγελίες για τις φρικαλεότητες του πολέμου, τόσο από πλευράς Ελλήνων όσο και πλευράς Τούρκων. («Τον άνθρωπο ατίμασαν στη Μικρά Ασία Έλληνες και Τούρκοι», έγραφε ο Καζαντζάκης). Μιλά για τον πόνο και την οδύνη όλων των λαών, για τα σπάνια ίχνη ανθρωπιάς που κάποτε συντηρούνται μέσα στη φρίκη, για την πολύ διδακτική αλλά τελικώς ανεκπλήρωτη ελπίδα ότι κάποτε θα συνετιστούν οι ισχυροί της γης και θα πάψει η επαναλαμβανόμενη οδύσσεια του ανώνυμου πλήθους. Δυο χρόνια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, στην καρδιά της Ευρώπης, ο Χίτλερ ανεβαίνει στην εξουσία και η ανθρωπότητα θα γνωρίσει νέα, περισσότερο απάνθρωπα «αμελέ ταμπουρού»… […].

Στα νεοελληνικά έργα που γράφτηκαν για τη Μικρασιατική Καταστροφή, το Νούμερο διατηρεί ακόμη και σήμερα την ξεχωριστή θέση του. Ισορροπεί με επιτυχία ανάμεσα στο τραγικό θέμα του και στη λογοτεχνικότητα της γραφής του. Δε θα δίσταζα να το χαρακτηρίσω ως το πιο λογοτεχνικό κείμενο ανάμεσα στα θεματικώς συγγενή βιβλία, αν δεν υπήρχε το όψιμο επίτευγμα του Κοσμά Πολίτη, το μυθιστόρημά του Στου Χατζηφράγκου (1962), με πρωταγωνιστή την ίδια την πόλη της Σμύρνης προ και κατά τη διάρκεια της Καταστροφής. Αξίζει να μελετηθούν περισσότερο οι αναλογίες, τα κοινά σημεία και η δραστικότητα των έργων αυτών, καθώς και ορισμένων άλλων με κοινό θέμα. Αναφέρομαι στην πρώιμη Ιστορία ενός αιχμαλώτου (1928) του Στρατή Δούκα, βιβλίο με το οποίο ανοίγει ο κύκλος των λογοτεχνικών έργων για τα γεγονότα της Μικρασίας, και στην περισσότερο φιλόδοξη, μα όχι πάντοτε επιτυχή σύνθεση της Διδώς Σωτηρίου Ματωμένα χώματα (1962).

Γράψτε το σχόλιο σας