Με διπλό σκοπό, με ξεκάθαρα μηνύματα προς δύο «παραλήπτες» – το εσωτερικό της χώρας και το εξωτερικό – και, κυρίως, με το βλέμμα στο 2021 (στη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, για την ακρίβεια) φτιάχνει βαλίτσες για το Βερολίνο, το Παρίσι και το Αμστερνταμ ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ξεκινώντας εντός του Αυγούστου έναν ευρωπαϊκό γύρο κρίσιμων επαφών σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο.

Τα πρώτα τρία πρωθυπουργικά ταξίδια (πέραν αυτού στη Λευκωσία που έχει άλλους συμβολισμούς και ουσία) μέσα σε ενάμιση μήνα ξεπερνούν το εθιμοτυπικό στάδιο. Εχουν συγκεκριμένη στόχευση και αποκτούν κομβική σημασία για τη συνολική πορεία διακυβέρνησης της ΝΔ. Στο Μαξίμου εμφανίζονται ήδη έτοιμοι να ζυγίσουν κάθε αντίδραση – ακόμα και το νεύμα – των ευρωπαίων ηγετών προς τον Πρωθυπουργό και να μεταφράσουν οποιαδήποτε κουβέντα και σχολιασμό, θεωρώντας ότι το πρώτο πρωθυπουργικό «τουρ» εκτός συνόρων θα πει πολλά για τις εντός έδρας κινήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Αλλωστε ο ίδιος βλέπει τα ταξίδια του σε Γερμανία, Γαλλία και Ολλανδία και τα ραντεβού του με την Ανγκελα Μέρκελ, τον Εμανουέλ Μακρόν και τον Μαρκ Ρούτε από συγκεκριμένη οπτική γωνία. «Πρώτα πείθουμε και μετά ζητάμε» σχολιάζουν χαρακτηριστικά πηγές κοντά στο Πρωθυπουργικό Γραφείο και, συνοψίζοντας την τακτική Μητσοτάκη, χρησιμοποιούν τις εξής τέσσερις λέξεις: «Στρατηγική σκέψη, μεθοδική εκτέλεση». Πίσω από αυτά κρύβεται ο διττός σκοπός των επισκέψεων στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος χτίζει ένα διεθνές προφίλ αυτοπεποίθησης αλλά και συνέπειας τόσο στις συμφωνίες με τους εταίρους όσο και στο πρόγραμμά του για τη χώρα.

Οπως λένε οι κυβερνητικές πηγές, θέλει, πρώτον, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην Ελλάδα και, δεύτερον, να πείσει για το μεταρρυθμιστικό σχέδιό του με κεντρικούς πυλώνες τη μείωση των φόρων και την προσέλκυση επενδύσεων, ώστε να διεκδικήσει μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων του 3,5% από το 2021. Εξάλλου τα δύο βασικά μηνύματά του παραμένουν «η σταθερότητα στο εσωτερικό και η αξιοπιστία στο εξωτερικό». Οπως ο ίδιος έλεγε προεκλογικά στην εφημερίδα «Le Soir» του Βελγίου: «Θέλω να κάνω την Ελλάδα ένα success story. Θεωρώ απολύτως λογικό να κάνουμε μια έντιμη συζήτηση για τα πρωτογενή πλεονάσματα, που ήταν το τίμημα το οποίο έπρεπε να πληρώσουμε για την πολιτική του Αλέξη Τσίπρα».

Στη στόχευση του Πρωθυπουργού για γενική αλλαγή κλίματος της Ευρώπης απέναντι στην Ελλάδα είναι να επιχειρήσει με κάθε τρόπο να «περάσει» την αποφασιστικότητά του για μεταρρυθμίσεις και να πείσει τους συνομιλητές του ότι η αδυναμία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ να προωθήσει μεταρρυθμίσεις αποτελεί πια παρελθόν. Εξάλλου «κορυφαίο ζήτημα» χαρακτήρισε προ ημερών την ενίσχυση της αξιοπιστίας της χώρας στο εξωτερικό και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας, σημειώνοντας μάλιστα ότι το κυβερνητικό σχέδιο είναι σε γνώση «και των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών και των μεγαλύτερων διεθνών οργανισμών και των δανειστών μας». Είναι ενδεικτικό ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε σπεύσει να αναλύσει τις βασικές πτυχές του προγράμματός του στην Ανγκελα Μέρκελ ήδη από τα τέλη Ιουνίου (μετά τη νίκη της ΝΔ στις ευρωεκλογές) σε 40λεπτη συνάντησή τους στις Βρυξέλλες.

 

Η Μέρκελ

Το νέο τετ α τετ του Πρωθυπουργού με τη γερμανίδα καγκελάριο έχει οριστεί για τις 29 Αυγούστου. Τα δεδομένα είναι πλέον άλλα. Και οι δύο θα «μετρήσουν» τώρα αντιδράσεις και προθέσεις. Γιατί πέραν της διαβεβαίωσης του Μητσοτάκη ότι θα τηρηθούν οι όροι για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2019 και το 2020, η Μέρκελ θέλει να καταλάβει – και πολύ περισσότερο να αρχίσει να βλέπει – πώς θα εφαρμοστεί ο κυβερνητικός σχεδιασμός χωρίς να προκύψει δημοσιονομικό κενό στην ελληνική οικονομία.

Ο Πρωθυπουργός γνωρίζει πως οι κρίσιμες αποφάσεις για την Ελλάδα (όχι μόνο για την οικονομία, αλλά και για το Μεταναστευτικό κ.λπ.) περνούν και από τα ευρωπαϊκά Κοινοβούλια. Γι’ αυτό θεωρούνται εξίσου κρίσιμες οι συζητήσεις που θα γίνουν μεταξύ του έλληνα Πρωθυπουργού και του Μακρόν στο Παρίσι (ένα ταξίδι που προγραμματίζεται μετά τις 20 Αυγούστου και ίσως πριν από το Βερολίνο), αλλά και του ολλανδού πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε το διήμερο 2-3 Σεπτεμβρίου.

Θα προηγηθεί πάντως η μετάβαση του Πρωθυπουργού στην Κύπρο στις 29-30 Ιουλίου, ενώ τον προσεχή Σεπτέμβριο, ενδεχομένως στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, δεν αποκλείεται συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στη Νέα Υόρκη ή και με τον τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν – αν και τίποτα δεν έχει κλειδώσει προς το παρόν από το Μαξίμου. Ούτε συναντήσεις με αξιωματούχους των Βρυξελλών έχουν προγραμματιστεί μέχρι στιγμής, ωστόσο από τον Σεπτέμβριο αναμένεται να μπει στο πλάνο του Μαξίμου μια πρώτη συνάντηση με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

 

Ο ξένος Τύπος

Στο μεταξύ, με ενδιαφέρον αναμένεται και η κάλυψη των συναντήσεων Μητσοτάκη στο εξωτερικό από τα μεγάλα ξένα μέσα ενημέρωσης, που καταγράφουν τις εξελίξεις στην Ελλάδα από την προεκλογική περίοδο (συνεργάτες του Πρωθυπουργού έβλεπαν ανταποκριτές να τον ακολουθούν ακόμα και στις περιοδείες του, καταγράφοντας τις εξαγγελίες του). Τα ξένα δημοσιεύματα άλλωστε αποτιμώνται μέχρι στιγμής θετικά από το επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεδομένου ότι καταγράφουν το κυβερνητικό πρόγραμμα και ταυτόχρονα σκιαγραφούν το προφίλ του διαφορετικά από εκείνο του τέως πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα.

Την ίδια στιγμή βέβαια υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα για ταχύτητα και αποτέλεσμα από τη νέα κυβέρνηση «προκειμένου ο νέος Πρωθυπουργός να μην απολέσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων και των ευρωπαίων εταίρων», όπως έγραφε πρόσφατα η οικονομική «Handelsblatt». Πάντως ήδη από τα πρώτα 24ωρα μετά την εκλογική πρωτιά της ΝΔ πλήθος ξένων ΜΜΕ (ο γερμανικός και ο γαλλικός Τύπος, αλλά όχι μόνο) εστίαζε στις προσδοκίες που γεννήθηκαν στους επενδυτές για επανενεργοποίηση της οικονομίας, αλλά και στο «τέλος του αριστερού λαϊκισμού», όπως μετέδιδε το αμερικανικό δίκτυο CNN.

Προ ημερών ο Πρωθυπουργός σε συνέντευξή του στο CNN μιλούσε για «το πείραμα του λαϊκισμού» και για «το πολιτικό εκκρεμές που πήγε προς την αντίθετη κατεύθυνση», εκφράζοντας την πεποίθηση ότι «ύστερα από δέκα χρόνια κρίσης, οι πολίτες είχαν πια κουραστεί από τις πολιτικές που υποδαύλιζαν τον θυμό, την οργή και τον εθνικισμό που δεν οδηγεί πουθενά».

 

Γράψτε το σχόλιο σας