Η Villa Ilissia, όπου στεγάζεται σήμερα το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, είναι ένα από τα ωραιότερα οικοδομήματα που δημιουργήθηκαν στην Αθήνα κατά τα πρώτα έτη της ιστορικής διαδρομής της ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Η επίσημη ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα της Ελλάδας, το 1834, είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάσταση των διοικητικών Αρχών σε αυτήν και το διπλασιασμό των 7.000 περίπου κατοίκων της εντός μίας μόλις διετίας.

Στους νέους αυτούς κατοίκους της πόλης συγκαταλεγόταν η Sophie de Marbois-Lebrun, δούκισσα της Πλακεντίας, που είχε γεννηθεί στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ και ήταν κόρη γάλλου πολιτικού και διπλωμάτη. Η δούκισσα ήταν παντρεμένη με τον Charles Lebrun, δούκα της Πλακεντίας και υπασπιστή του Ναπολέοντος, αλλά ο γάμος της δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένος.

 

Έτσι, η δούκισσα έζησε χωριστά από το σύζυγό της και το 1830 αφίχθη στο Ναύπλιο, την προσωρινή πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Εκεί ενεπλάκη στις τότε πολιτικές αντιπαραθέσεις, στραφείσα εναντίον του Καποδίστρια και συνδεθείσα στενά με την οικογένεια Μαυρομιχάλη.

Από το 1831 η δούκισσα της Πλακεντίας άρχισε να αγοράζει μεγάλες εκτάσεις γης στην Πεντέλη και στην Αθήνα, όπου έμελλε να εγκατασταθεί οριστικά μετά τον πρόωρο θάνατο της κόρης της, το 1837.

Η πλούσια δούκισσα, μια προσωπικότητα με ιδιόρρυθμη συμπεριφορά και παράξενες αντιλήψεις, ανέθεσε στο διαπρεπή κοζανίτη αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη την οικοδόμηση έξι συνολικά κτιρίων στην Αθήνα και τα περίχωρά της.

Ένα από αυτά ήταν η Villa Ilissia, το χειμερινό ανάκτορό της. Η οικοδόμηση του μεγάρου ξεκίνησε το 1840, λίγο έξω από τα όρια της τότε πόλης, σε μικρή απόσταση από τα βασιλικά ανάκτορα (τη σημερινή Βουλή), που είχαν αρχίσει να χτίζονται λίγο νωρίτερα, το 1836.

Η Villa Ilissia βρισκόταν ανάμεσα στις όχθες του καλυμμένου σήμερα Ιλισού (ο αρχαιότερος ποταμός στο λεκανοπέδιο της Αττικής πήγαζε από τις βορειοδυτικές πλαγιές του Υμηττού και κατέληγε στον Κηφισό) και τη λεωφόρο που λίγον καιρό νωρίτερα είχε χαραχτεί για να συνδέσει την Αθήνα με την Κηφισιά (λεωφόρος Κηφισίας, νυν Βασιλίσσης Σοφίας), ένα από τα ωραιότερα βουλεβάρτα της Αθήνας.

Το μέγαρο των Ιλισίων είναι στην πραγματικότητα ένα κτιριακό συγκρότημα, στο οποίο συνδυάζονται στοιχεία κλασικισμού και ρομαντισμού.

Το κεντρικό κτίριο, η κατοικία της δούκισσας, αποτελείται από δύο ορόφους και υπόγειο, διακρίνεται δε για τη λιτή μορφή του και την αυστηρή συμμετρία του. Το εν λόγω κτίριο υψώνεται στο βάθος της αυλής, το περίγραμμα της οποίας συμπληρώνεται από δύο χαμηλές πλευρικές πτέρυγες, που προορίζονταν για βοηθητικές χρήσεις, καθώς και από το κτίριο με τον πυλώνα της εισόδου.

Η Villa Ilissia, που ολοκληρώθηκε ως κατασκευή το 1848, κατοικήθηκε από τη δούκισσα μέχρι το θάνατό της, το 1854.

Στην κατοπινή περίοδο το κτιριακό συγκρότημα περιήλθε στο ελληνικό Δημόσιο, ενώ στέγασε επί τρία χρόνια τη Σχολή Ευελπίδων και ακολούθως άλλες στρατιωτικές Αρχές.

Το 1926 η Villa Ilissia παραχωρήθηκε προς στέγαση του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. Η εξωτερική μορφή του κτιρίου παρέμεινε περίπου όπως είχε σχεδιαστεί από τον Κλεάνθη, ενώ το εσωτερικό του προσαρμόστηκε στις ανάγκες της νέας χρήσης του, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου και σύμφωνα με τις αντιλήψεις του τότε διευθυντή του Μουσείου, Γεωργίου Σωτηρίου. Εξάλλου, η διαμόρφωση της αυλής έγινε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη.

Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο άνοιξε τις πύλες της νέας μόνιμης στέγης του στο κοινό το 1930, κι από τότε ξεκίνησε μια καινούρια περίοδος στην ιστορία του μεγάρου της δούκισσας της Πλακεντίας.

Στις μέρες μας, το κεντρικό κτίριο του μεγάρου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, αποτελώντας ταυτόχρονα το κέντρο ενός πολιτιστικού πάρκου στην καρδιά της Αθήνας.