Είναι αδύνατον να αναφερθεί ένας έλληνας – ίσως και αλλοδαπός – πολίτης στα Γλυπτά του Παρθενώνα και οι συνειρμοί του να μην τον οδηγήσουν στη Μελίνα Μερκούρη. Η επιστροφή τους ήταν για εκείνη ο σκοπό της ζωής της, κάτι σαν το «παιδί» που ποτέ δεν απέκτησε. Αυτός ο καημός ξεκίνησε το 1960, τότε που γύριζε την ταινία «Φαίδρα» και οι υπεύθυνοι του Βρετανικού Μουσείου χρέωσαν την κινηματογράφηση των Γλυπτών.

Είκοσι δύο χρόνια μετά, η Μελίνα, υπουργός Πολιτισμού πια, αρχίζει τον αγώνα για την επιστροφή των «Μαρμάρων» που, όπως έλεγε, «είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Η φιλοδοξία και το όνομά μας. Η ουσία της ελληνικότητάς μας. (…) Αν με ρωτήσετε εάν θα ζω όταν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα επιστρέψουν στην Ελλάδα, σας λέω πως ναι, θα ζω. Αλλά κι αν ακόμη δεν ζω πια, θα ξαναγεννηθώ».

Ωστόσο, η πιο χαρακτηριστική σκηνή που περιγράφει όχι μόνο το πάθος της γι’ αυτήν την υπόθεση αλλά και την ιδιοσυγκρασία αυτής της συναρπαστικής γυναίκας ήταν η τυχαία συνάντησή της με τον τότε πρόεδρο του Βρετανικού Μουσείου Ντέιβιντ Ουίλσον στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Λονδίνου, όπου εκείνη θα έδινε μια διάλεξη με θέμα «Τέχνη και Δημοκρατία». Ολες οι κάμερες ήταν στραμμένες επάνω τους όταν άρχισε να του μιλάει πλησιάζοντας το πρόσωπό της στο δικό του («τον στρίμωξε κανονικά» έλεγαν τότε οι βρετανοί ρεπόρτερ) και χρησιμοποιώντας τα αεικίνητα χέρια της για να δώσει έμφαση στα λόγια της του είπε πως θέλει τα Μάρμαρά της πίσω.

«Είναι μέλη ενός μοναδικού κτίσματος. Τα ξερίζωσαν» του είπε, για να ακούσει την απάντηση: «Υπάρχουν και άλλα μοναδικά κτίσματα. Θα θέλουν και άλλοι τα δικά τους. Μου ζητάς να καταστρέψω το μουσείο μου;». Τότε ήταν που εξανέστη. «Το λες εσύ αυτό;» επανέλαβε πολλές φορές, προτείνοντας τον δείκτη της. «Υπάρχουν πολλά κτίσματα σαν τον Παρθενώνα;». Αυτή ήταν η Μελίνα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο