Σε πείσμα των επαναλαμβανομένων πανηγυρισμών για την «έξοδο από τα μνημόνια» η χώρα μας παραμένει, τυπικά και ουσιαστικά, εντός της επιτήρησης από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η επιτήρηση δεν περιορίζεται στην αυστηρή παρακολούθηση των δημοσιονομικών στόχων που επιβάλλεται σε όλες τις χώρες, στο πλαίσιο του λεγόμενο «Ευρωπαϊκού Εξαμήνου» και σκοπό έχει να μην υπάρχουν αποκλίσεις από την αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία που έχει περίπου συνταγματοποιηθεί στην Ευρώπη. Περιλαμβάνει και έναν επιπλέον βαθμό αυστηρότητας (εξ ου και ενισχυμένη επιτήρηση) στο βαθμό που η χώρα μας μόλις βγήκε από το πρόγραμμα.

Οι αξιολογήσεις αυτές δεν είναι «ακαδημαϊκές ασκήσεις». Δεν είναι καν «προειδοποιήσεις» με τον τρόπο που συχνά λειτουργούν τέτοιες εκθέσεις στην καθ’ ημέρα διαχείριση των ευρωπαϊκών πραγμάτων. Σε χώρες, όπως η Ελλάδα, που έχουν ανοιχτά θέματα για την υλοποίηση ρυθμίσεων σε σχέση με το χρέος, όπως είναι η επιστροφή των κερδών των ελληνικών ομολόγων που διακρατούσαν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες, τέτοιες αξιολογήσεις μπορούν να έχουν άμεσο υλικό αντίκτυπο. Για παράδειγμα, η χώρα μας πήρε μια τέτοια δόση ακριβώς επειδή μπόρεσε να έχει μια θετική αξιολόγηση.

Τα «καμπανάκια» της Κομισιόν

Σε αυτό το πλαίσιο, η έκθεση επισημαίνει ένα σύνολο από παράγοντες που αφορούν τα μέτρα που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση και απειλούν να οδηγήσουν σε σημαντικές αστοχίες σε σχέση τους δημοσιονομικούς που η κυβέρνηση Τσίπρα αποδέχτηκε πέρσι ως τμήμα της «εξόδου από τα μνημόνια».

Η έκθεση θεωρεί ως δεδομένη την πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,2% για το 2019 και το 2020, εντοπίζοντας την εξαγωγική δυναμική που μπορεί να λειτουργήσει σε αυτή την κατεύθυνση αλλά και υπογραμμίζοντας τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει η υποχώρηση της δημόσιας καταναλωτικής και επενδυτικής δαπάνης.

Η τελευταία αποκτά μεγάλη επικαιρότητα καθώς δόθηκαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία τα ΕΛΣΤΑΤ που δείχνουν επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης το πρώτο τρίμηνο του 2019 στο 1,3% σε ετήσια βάση, επισημαίνοντας μάλιστα ότι μια σημαντική παράμετρος ήταν και η υποχώρηση του τμήματος της συνολικής κατανάλωσης που προέρχεται από το δημόσιο.

Η έκθεση πάντως επισημαίνει το ενδεχόμενο το συνολικό διεθνές περιβάλλον να είναι δυσμενέστερο ως προς την εκπλήρωση των κυβερνητικών στόχων.

Ως προς την ανεργία η έκθεση επισημαίνει ότι παρότι διατηρείται σε ετήσια βάση ένας σαφής ρυθμός μείωσης, ταυτόχρονα υπάρχει μια στασιμότητα σε ένα ποσοστό γύρω από 18,5%, ενώ υπογραμμίζει ότι δεν έχει γίνει ακόμη σαφής η πιθανή επίπτωση στην αγορά εργασίας από την αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του «υποκατώτατου» μισθού.

Υπερπλεονάσματα σε βάρος της ανάπτυξης

Η έκθεση αναγνωρίζει ότι το 2018 η κυβέρνηση είχε υπεραπόδοση ως προς το στόχο των πρωτογενών πλεονασμάτων, επιτυγχάνοντας πρωτογενές πλεονάσματα 4,3% έναντι στόχου 3,5%.

Ωστόσο, έχει πολύ ενδιαφέρον ότι η έκθεση θεωρεί ότι σε μεγάλο βαθμό η επίτευξη υπερπλεονασμάτων και το 2018 και τα προηγούμενα χρόνια, είναι το αποτέλεσμα μιας διαρκούς επίτευξης τελικών δαπανών μικρότερων από αυτές που είχαν εγγραφεί στους προϋπολογισμούς. Αυτό αποτυπώνει και τη διαρκή περικοπή στην πράξη των δημόσιων δαπανών και δη των επενδυτικών, αλλά και την πάγια πρακτική να εγγράφονται στους προϋπολογισμούς στόχοι δαπανών υψηλότεροι από αυτούς που προτίθετο πραγματικά να εφαρμόσει η κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα ήταν η τελική δαπάνη να υπολείπεται των αρχικών προβλέψεων και άρα η κυβέρνηση να πανηγυρίζει για επίτευξη «υπερπλεονάσματος».

Όμως, η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό είναι λόγος να επανεξεταστούν οι στόχοι του προϋπολογισμού και να μπουν πιο ρεαλιστικοί και κοντά στην πραγματικότητα στόχοι. Κυρίως, όμως, καλεί την κυβέρνηση αντί για αυτή την πρακτική να αξιοποιήσει πλήρως τους διαθέσιμους εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους για την ανάπτυξη, κοινώς να αξιοποιήσει, αντί να περικόπτει διαρκώς το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.

Κίνδυνος να μην επιτευχθούν οι στόχοι για τα επόμενα χρόνια

Όμως, για το 2019 η Κομισιόν διαφωνεί με την κυβέρνηση ως προς τη δυνατότητα να επιτευχθεί «υπερπλεόνασμα». Ειδικότερα, υπενθυμίζει ότι η εκτίμησή της στην προηγούμενη αξιολόγηση ήταν για πρωτογενές πλεόνασμα 3,6%, σε αντίθεση με τον υψηλότερο στόχο που έχει θέσει η κυβέρνηση. Υπογραμμίζει μάλιστα ότι αυτό οφείλεται και στον τρόπο που η κυβέρνηση επιμένει σε ένα πιο υψηλούς στόχους για το ρυθμό ανάπτυξης φέτος.

Από την άλλη, η Κομισιόν επισημαίνει ότι η απόφαση της κυβέρνησης για να ακυρωθεί η προβλεπόμενη από το 2020 μείωση του αφορολόγητου, σημαίνει ότι δεν θα δημιουργηθεί ένας κρίσιμος δημοσιονομικός χώρος ύψους 1% του ΑΕΠ που θα μπορούσε να επιτρέψει άλλου είδους μεταρρυθμίσεις του φορολογικού συστήματος, με περισσότερο αναπτυξιακό χαρακτήρα.

Αντίστοιχα, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στις 15 Μαΐου, είτε ως παροχές όπως η 13η σύνταξη ή αύξηση των συντάξεων χηρείας, είτε ως αλλαγές στη φορολογία (120 δόσεις, μείωση ΦΠΑ σε ορισμένα προϊόντα), μπορεί να έχουν ένα δημοσιονομικό κόστος κοντά στο 1% και να διακυβεύσουν την επίτευξη των που εγγράφονται στο μεσοπρόθεσμο για τα επόμενα χρόνια.

Ως προς τα μέτρα που έχει προτείνει η κυβέρνηση για το φθινόπωρο και τα οποία τα έχει κοστολογήσει στο 0,6%, η Επιτροπή επιμένει ότι το συνολικό κόστος μπορεί να είναι πιο υψηλό.

Ειδική μνεία κάνει η έκθεση στις 120 δόσεις διατυπώνοντας μεγάλες επιφυλάξεις ως προς τη μεγάλη διάρκεια της ρύθμισης. Εδώ πρέπει πάντως να σημειώσουμε ότι αυτή είναι μια πάγια διαφωνία ανάμεσα στις ελληνικές αρχές και τις ευρωπαϊκές, καθώς η μεν ελληνική πλευρά υπογραμμίζει ότι τέτοια μέτρα επιτρέπουν να υπάρχει μια ροή αποπληρωμής οφειλών που διαφορετικά απλώς δεν θα καταβάλλονταν, ενώ οι ευρωπαίοι πάντα διακρίνουν εδώ έναν «ηθικό κίνδυνο» για την αποφυγή καταβολής φόρων και εισφορών.

Αποτίμηση των μεταρρυθμίσεων

Όπως όλες οι εκθέσεις της Κομισιόν, γίνεται και αποτίμηση της πορείας των μεταρρυθμίσεων, εντοπίζοντας καθυστερήσεις σε ορισμένες πλευρές και πρόοδο σε άλλες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει πάντως ότι η έκθεση επισημαίνει ότι ενώ ως προς τους διορισμούς στο δημόσιο τηρείται ο τρέχων κανόνας ένας διορισμός για μία αποχώρηση, υπήρξε το 2018 υπέρβαση ως προς τον αριθμό των συμβασιούχων, ενώ προστίθεται και η εκτίμηση ότι υπάρχει κίνδυνος απόκλισης και για το 2019.

Ως προς τις ιδιωτικοποιήσεις ο απολογισμός είναι αντιφατικός, με την Έκθεση να επισημαίνει ότι υπάρχει πρόοδος στο Ελληνικό, στην Μαρίνα Αλίμου, στα περιφερειακά λιμάνια, αλλά και καθυστερήσεις σε άλλες διαδικασίες ιδιωτικοποίησης (ΕΛΠΕ, ΔΕΠΑ, ΔΑΑ, Εγνατία Οδός).

Σαφής προειδοποίηση

Παρότι η Έκθεση κρατάει τους χαμηλούς τόνους που είναι αναμενόμενοι στη μεταβατική φάση που βρίσκονται οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ενόψει της διαμόρφωσης της επόμενης Επιτροπής, οι προειδοποιήσεις είναι σαφείς.

Αυτές αφορούν και το ερώτημα των δημοσιονομικών επιπτώσεων των κοινωνικών μέτρων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση και το ζήτημα της επίτευξης υπερπλεονασμάτων σε βάρος του προγράμματος δημόσιων επενδύσεων και φυσικά την υπενθύμιση ότι πηγαίνουμε σε ένα πιο δυσμενές διεθνές περιβάλλον που θα κάνει ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα.

Όμως, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι οι προειδοποιήσεις στρέφονται μονόπλευρα προς την τωρινή κυβέρνηση. Πιο ορθό θα ήταν να εκληφθεί ως μια υπενθύμιση και προς την επόμενη κυβέρνηση ότι κάθε άλλο παρά έχει παρέλθει η εποχή που οι πολιτικές αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται σε συνεννόηση με τους «θεσμούς».

Γράψτε το σχόλιό σας