Εάν κανείς κοιτούσε την έναρξη της συνεδρίασης της Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής των Ελλήνων με αντικείμενο την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και παρακολουθούσε τον Πάνο Καμμένο να ωρύεται, σε «άψογο» συντονισμό με τον εκπρόσωπο της Χρυσής Αυγής Ηλ. Κασιδιάρη, κατά του προέδρου της Επιτροπής και κατά του Προέδρου της Βουλής, μιλώντας για πραξικοπήματα, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση από δεν είναι πια κυβέρνηση εθνικής συμφιλίωσης και αλλά «κυβέρνηση αποστασίας», δύσκολα θα πίστευε ότι μέχρι πρότινος ήταν υπουργός –και δη κορυφαίος– αυτής της κυβέρνησης.

Επίσης απορία θα του δημιουργούσε το γεγονός ότι ο Πάνος Καμμένος παραμένει αρχηγός κοινοβουλευτικού κόμματος επειδή δεν έχει πρόβλημα να περιλαμβάνει στην κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματός μας δύο βουλευτές  οι οποίοι πολύ πρόσφατα έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στην «κυβέρνηση αποστασίας» την οποία ο ίδιος καταψήφισε.

 

Τι έκανε τόσο καιρό ο Πάνος Καμμένος στην «κυβέρνηση αποστασίας»;

Και το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι τώρα κατάλαβε ο Πάνος Καμμένος ότι συμμετείχε σε μια «κυβέρνηση αποστατών» που ξεπουλάει τη Μακεδονία, παραβιάζοντας μάλιστα ταυτόχρονα το σύνταγμα της Ελλάδας αλλά και της γείτονος; Δεν το είχε αντιληφθεί τόσα χρόνια; Δεν το είχε αντιληφθεί όταν ξεκίνησε η όλη συζήτηση που οδήγησε στη Συμφωνία των Πρεσπών; Αν τον χώριζε τόσο μεγάλη πολιτική αλλά και ηθική όπως φαίνεται απόσταση από τον Αλέξη Τσίπρα και το κόμμα του, γιατί δεν υπερψήφισε την πρόταση δυσπιστίας που είχε καταθέσει η ΝΔ, με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών, βοηθώντας έτσι στο να αποτραπεί το ενδεχόμενο να προχωρήσει η διαδικασία;  Και πώς ανέχεται να απολαμβάνει ακόμη τα όποια προνόμια του αρχηγού κόμματος με τη στήριξη βουλευτών που στήριξαν μια τέτοια προδοτική για αυτόν επιλογή;

 

Πώς μπορούσε τόσο καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ να ανέχεται την «ακροδεξιά ρητορική» του Καμμένου;

Την ίδια ώρα, όμως, ερωτήματα υπάρχουν και για την κυβερνητική πλευρά. Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, για τέσσερα χρόνια θεώρησε αυτονόητο και απόλυτα φυσιολογική τη συνεργασία ενός κόμματος της αριστεράς με ένα κόμμα προερχόμενο από ένα ρεύμα ουσιαστικά εθνικιστικής δεξιάς, αν όχι ακροδεξιάς. Στο όνομα της «αντιμνημονιακής ενότητας» θεώρησε ότι ο ιδανικός σύμμαχος ενός κόμματος με αναφορές στις παραδόσεις της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς ήταν ένα κόμμα που συνδύαζε το λαϊκισμό, τη συνωμοσιολογική ερμηνεία των μνημονίων, τον εθνικισμό, το συντηρητισμό.

Για αρκετά χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε κανένα πρόβλημα ο Πάνος Καμμένος να καθυβρίζει μέσα στη Βουλή, να κατασκευάζει, εξυφαίνει και δικάζει κάθε είδους συνωμοσίες και κρούσματα υποτιθέμενης διαφθοράς, να δίνει την πολιτική του κάλυψε σε συναλλαγές το λιγότερο ύποπτες  (όπως αυτές που αφορούσαν την διαβόητη απόπειρα πώλησης όπλων στη Σαουδική Αραβία) ή απλώς να καθυβρίζει πολιτικούς αντιπάλους. Ούτε έφερε αντίρρηση ο ΣΥΡΙΖΑ στο να χαράσσει ενίοτε ενώπιων των τηλεοπτικών καμερών εξωτερική πολιτική ο Πάνος Καμμένος με κραυγαλέες «υπερπατριωτικές» κορώνες, ακόμη και εάν αυτές έρχονταν σε αντίθεση με την κεντρική κυβερνητική γραμμή.

Και δεν είχε κανένα πρόβλημα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί θεωρούσε ότι όλα αυτά ήταν «βολικά» για αυτήν. Γιατί χάρη στον Πάνο Καμμένο είχε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, μπορούσε να εφαρμόζει τα μνημόνια και να ελπίζει στα υπερπλεονάσματα.

 

Οι επιθέσεις κατά υπουργών και της κυβέρνησης

Μόνο που τώρα ο Πάνος Καμμένος απασφάλισε. Γιατί κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι πλέον είχε μόνο κόστος από την εμπλοκή του με την κυβέρνηση Τσίπρα, όπως είχε φανεί εκείνη τη φορά που δοκίμασε να γράψει κάτι ξανά στην ιστοσελίδα του στο fb και είδε να έρχονται εκατοντάδες εχθρικά μηνύματα.

Και τότε προσπάθησε απεγνωσμένα να συνδυάσει δύο προτεραιότητες αντιφατικές μεταξύ τους. Από τη μια να παραμείνει όσο το δυνατόν περισσότερο στην κυβέρνηση, εκτός όλων των άλλων και γιατί ήθελε να προωθήσει και ορισμένα εξοπλιστικά προγράμματα, και από την άλλη έπρεπε να φανεί ότι πολεμάει την κυβέρνηση με αφορμή το Μακεδονικό και γι’ αυτό έπρεπε να φύγει από την κυβέρνηση.

Πλέον είναι ως εάν να προσπαθεί να αναπληρώσει τα βήματα ρήξης που δεν έκανε στο παρελθόν με τη διαρκή φραστική καταγγελία της κυβέρνησης.

Και το πολιτικό ζήτημα που προκύπτει είναι ότι ο Πάνος Καμμένος δεν δείχνει διατεθειμένος να μείνει μόνο σε γενικούς απαξιωτιούς πολιτικούς χαρακτηρισμούς της κυβέρνησης.

Όπως φάνηκε από την αντιπαράθεσή του με τον Νίκο Κοτζιά, η οποία ξεκίνησε μάλιστα ενώ ήταν και οι δύο μέλη της κυβέρνησης, με αποκορύφωμα τις οξύτατες φράσεις που αντηλλάγησαν μεταξύ τους κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου που οδήγησε στην παραίτηση του Νίκου Κοτζιά, ο Πάνος Καμμένος σκοπεύει να επιτεθεί ανοιχτά σε υπουργούς της κυβέρνησης και συνολικά στον «Βίο και την Πολιτεία» της.

Λες κι έχουν περάσει χρόνια, κι όμως ήταν τον περασμένο Ιούνιο

Ήδη, άλλωστε, έχει ξεκινήσει επιθέσεις και σε άλλους υπουργούς, με αρχή την προερχόμενη από το δικό του κόμμα Έλενα Κουντουρά, για την οποία ήδη έχει κάνει αίτημα κατάθεσης εγγράφων αφήνοντας σαφείς υπαινιγμούς για κακοδιαχείριση κονδυλίων στο υπουργείο Τουρισμού, του οποίου προΐσταται η κ. Κουντουρά.

Εάν αναλογιστούμε ότι ο Πάνος Καμμένος είναι σε θέση να γνωρίζει αρκετά για το πώς λειτούργησε η κυβέρνηση Τσίπρα, είναι εύλογο να εκτιμήσουμε ότι το επόμενο διάστημα δεν θα περιορίζει τα βέλη του σε αυτούς τους δύο πρώην συναδέλφους του στο υπουργικό Συμβούλιο, αλλά θα επιτεθεί και σε άλλους υπουργούς της κυβέρνηση. Ας μην ξεχνάμε ότι όσο ήταν υπουργός και «συγκυβερνήτης» είχε πετύχει την απομάκρυνση υπουργών που αμφισβητούσαν το θεμιτό της συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ όπως π.χ. τον Νίκο Φίλη.

Παρότι οι φραστικές εντάσεις είναι χαρακτηριστικές για όλων των ειδών τα διαζύγια και συνολικά τις περιπτώσεις ρήξεων ανάμεσα σε τέως συνεργάτες, είναι σαφές ότι η εικόνα ενός τέως κυβερνητικού εταίρου που στην προσπάθειά του να επιβιώσει κοινοβουλευτικά καθυβρίζει την προηγούμενη κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχε (και της οποία το έργο υπερασπίζεται στα διαλείμματα των φραστικών επιθέσεων του) και κάνει αποκαλύψεις για τα «κακώς κείμενά» της δεν είναι ακριβώς ένα υπόδειγμα κοινοβουλευτισμού.

Πολύ περισσότερο αποκαλύπτει τα όρια μιας ορισμένης εκδοχής «πολιτικοποίησης» που και «πολιτικής συγκρότησης» που εμφανίστηκε στην περίοδο των μνημονίων και την οποία πλέον μόνο κατ’ ευφημισμό μπορούμε να ονομάσουμε «έντιμη πατριωτική αντιμνημονιακή δεξιά» όπως έκανε συχνά ο Αλέξης Τσίπρας.

Αποκαλύπτει, όμως, και τις επιπτώσεις της εργαλειοποίηης και των πολιτικών συμμαχιών που συνειδητά καλλιέργησε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήδη από το 2012, όταν μετέτρεψε το «όχι στα μνημόνια» σε μια ιδιότυπη «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», αδιαφορώντας για το πολιτικό, ιδεολογικό και αξιακό ποιόν όσων τότε ο Αλέξης Τσίπρας αντιμετώπιζε ως δυνάμει συμμάχους ή και κυβερνητικούς εταίρους, ακόμη και τις στιγμές που αυτές οι επιλογές ήδη από τότε τοξικές για την ποιότητα του πολιτικού βίου του τόπου.