Η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα αλλά και του μισού υπουργικού συμβουλίου, μαζί με την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ και ιστορικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ στη γιορτή του Αντώνη Λιβάνη, αποτύπωσε με τον καλύτερο τρόπο τις τάσεις του πολιτικού σκηνικού.

Είναι προφανές ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει επιλέξει να μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ στο βασικό κόμμα ενός νέου κεντροαριστερού πολιτικού πόλου, αυτό που ο ίδιος συχνά περιγράφει ως προοδευτικό δημοκρατικό μέτωπο.

Αυτό αποτυπώνεται στη ρητορική αλλά και στην προγραμματική κατεύθυνση που λίγο απέχει από το μέσο όρο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην Ευρώπη σήμερα.

Κατά τη γνώμη της ηγεσίας του ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταφέρει να αποσπάσει σημαντικό μέρος της εκλογικής επιρροής που ιστορικά είχε το ΠΑΣΟΚ, την οποία μπορούν τώρα να παγιώσουν επενδύοντας σε μια στρατηγική πόλωσης απέναντι στη ΝΔ.

Αυτό είναι το σχέδιο του νέου δικομματισμού, που δεν θα αμφισβητεί το «μνημονιακό κεκτημένο», αλλά θα συγκρούεται πάνω σε επιμέρους ζητήματα, πιέζοντας διαρκώς τα υπόλοιπα κόμματα, ένα σχέδιο που εκμεταλλεύεται και την εμφανή βούληση της ΝΔ να κάνει κάτι ανάλογο στον ευρύτερο χώρο της κεντροδεξιάς.

Ο στρατηγικός υπολογισμός στη ρήξη με τον Πάνο Καμμένο

Για να προχωρήσει αυτό το σχέδιο είχε μεγάλη σημασία ο ΣΥΡΙΖΑ να ξεκόψει από την αισθητική της «αντιμνημονιακής συνεργασίας» με τους ΑΝΕΛ και τον Πάνο Καμμένο και φαίνεται ότι κυρίως απευθύνεται σε κεντρώες και «προοδευτικές» δυνάμεις και προσωπικότητες.

Αυτό δίνει και μια ιδιαίτερη διάσταση στην προσπάθεια να αποσπάσει στελέχη από τον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς. Δεν είναι απλώς μια προσπάθεια να συμπληρώσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά να δείξει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο μόνος χώρος που σήμερα συσπειρώνει ένα τέτοιο δυναμικό σε επίπεδο στελεχών αλλά και σε επίπεδο βάσης.

Με αυτή την έννοια, ο χειρισμός που είδαμε στη Βουλή γύρω από την ψήφο εμπιστοσύνης και την εξώθηση ουσιαστικά του Πάνου Καμμένου δεν ήταν απλώς το αναγκαστικό αποτέλεσμα της ανάγκης να κυρωθεί η Συμφωνία των Πρεσπών. Αποτύπωνε και τον πολιτικό σχεδιασμό του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ για το πώς ήθελε να κατέβει σε αυτές τις εκλογές.

Δεν είναι τυχαία η ετοιμότητα των στελεχών και του επικοινωνιακού μηχανισμού της Κουμουνδούρου να μιλήσει για το πώς τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ασκήσει επιτέλους «αριστερή πολιτική» και ότι δεν έχει «δεξιά βαρίδια», παραβλέποντας ότι αυτός που τελικά «έμαθε τον Αλέξη να γράφει με το δεξί» δεν ήταν ο Πάνος Καμμένος, αλλά η Τρόικα και η διαρκής επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας.

Η κρίση της κεντροαριστεράς και η διεκδίκηση του χώρου από τον ΣΥΡΙΖΑ

Σε αυτό ενισχύεται από την τρέχουσα κρίση των σχηματισμών της Κεντροαριστεράς. Το Ποτάμι είναι σαφές ότι έχει φτάσει σε ένα ιδιότυπο πολιτικό «τέλος του δρόμου» που αποτυπώνεται όχι απλώς στις αποχωρήσεις αλλά και στην εντυπωσιακή αδυναμία να έχει ενιαία στάση, την ίδια ώρα που το ΚΙΝΑΛ δείχνει αδυναμία να κινηθεί πέραν της αναπαραγωγής του ως ενός μικρού εκλογικά κόμματος.

Αυτή την αδυναμία την εκμεταλλεύεται σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Ξέρει ότι η κεντροαριστερά, που είναι μια ιστορική παράταξη και πολιτική τοποθέτηση στην Ελλάδα, κατεξοχήν αφορούσε τη διαμόρφωση του εκάστοτε προοδευτικού πόλου με ορίζοντα τη διακυβέρνηση.

Γιατί σε αντίθεση π.χ. με την κομμουνιστική αριστερά μετά τη μεταπολίτευση ή την ανανεωτική αριστερά, που ήταν ρεύματα ιδεολογικής τοποθέτησης και πολιτικής στράτευσης και μπορούσαν να αναπαράγονται μέσα από συγκριτικά μικρές κομματικές μορφές, η κεντροαριστερά στην Ελλάδα ήταν ρεύμα εξουσίας και οι ψηφοφόροι με τέτοια τοποθέτηση αναζητούσαν πάντα τον πολιτικό φορέα που θα μπορούσε να διεκδικήσει την εξουσία. Και αυτό το ρόλο θέλει τώρα να παίξει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Οι «κακοτοπιές» στο σχέδιο του Αλέξη Τσίπρα

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να πούμε ότι αυτό το σχέδιο είναι εύκολο να ευοδωθεί. Υπάρχουν «κακοτοπιές» που μπορούν να το υπονομεύσουν.

Η πρώτη δυσκολία αφορά την «πατριωτική» διάσταση. Παρότι ήταν το ΠΑΣΟΚ που διαπραγματεύτηκε και εγγυήθηκε και την παραμονή της χώρας στις ατλαντικές δομές ασφαλείας όπως και τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, πάντοτε στοιχείο της ρητορικής της κεντροαριστεράς, σε διάφορες παραλλαγές, από την προδικτατορική Ένωση Κέντρου μέχρι το ΠΑΣΟΚ ήταν και ότι ήταν μια λιγότερο «ενδοτική» δύναμη στα εθνικά θέματα από ό,τι η κεντροδεξιά.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ταύτιση του ΣΥΡΙΖΑ με τη Συμφωνία των Πρεσπών και τη λογική ότι είναι η δύναμη που έκανε τον «έντιμο συμβιβασμό» προσκρούει σε πραγματικές πολιτικές ορίζουσες του ακροατηρίου της κεντροαριστεράς, ιδίως του πιο λαϊκού, που δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κατεξοχήν είχε εξεγερθεί κατά του Γ. Παπανδρέου για την ενδοτικότητα έναντι της Τρόικας.

Η δεύτερη δυσκολία αφορά τη διαμόρφωση ενός ανάλογου μηχανισμού. Η κεντροαριστερά, με τη μορφή του ΠΑΣΟΚ, όπως εν πολλοίς και η ΝΔ, δεν ήταν ποτέ απλώς το άθροισμα των ηγετικών ομάδων και των ψηφοφόρων. Περιλάμβαναν ταυτόχρονα και εκτεταμένους κομματικούς μηχανισμούς, που αφορούσαν τις τοπική αυτοδιοίκηση, το συνδικαλισμό αλλά και τις τοπικές οργανώσεις.

Η ύπαρξη τέτοιων μεγάλων κομματικών μηχανισμών δεν αφορούσε ποτέ μόνο τις αφισοκολλήσεις ή τις προεκλογικές εκστρατείες, που σήμερα άλλωστε κυρίως γίνονται με άλλα μέσα. Αφορούσαν τη διαρκή και αμφίδρομη επικοινωνία ανάμεσα στο κόμμα και την κοινωνία και ταυτόχρονα τη γνώση που μπορούσε η κομματική βάση να προσφέρει στην ηγεσία, συχνά πολύ πιο χρήσιμη από τις εκτιμήσεις των δημοσκόπων ή των ειδικών της επικοινωνίας, την ίδια ώρα που επέτρεπαν η «κομματική γραμμή» να έχει πρόσωπο μέσα στους διάφορους χώρους της κοινωνικής ζωής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, εξακολουθεί να είναι ένα μικρό κόμμα οργανωτικά, έστω και εάν 4 χρόνια παρουσίας εντός του κράτους βοήθησαν να αποκτήσει μια μεγαλύτερη πρόσβαση.

Ακόμη και η προσπάθειά του να αποκτήσει μεγαλύτερες εκπροσωπήσεις γίνεται κυρίως μέσω του προσεταιρισμού αυτοδιοικητικών αρχόντων και πολιτευτών παρά μέσα από τη δική του οργανωτική ανάπτυξη.

Αυτό, όμως, μεσοπρόθεσμα θα δυσκολεύει και την πολιτική του εμβέλεια και την ικανότητα να μπορεί να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τα συχνά «υπόγεια» ρεύματα μέσα στην κοινωνία.

Η τρίτη δυσκολία αφορά το εάν και κατά πόσο μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να συνεχίσει να πείθει ότι εκπροσωπεί μια έστω και λίγο πιο φιλολαϊκή πολιτική.

Από αυτή την άποψη τα όσα έγιναν με τις κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών είναι πολύ χαρακτηριστικά. Σε έναν χώρο από τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ παραδοσιακά αντλεί σημαντικό αριθμό ψήφων και με αφορμή μια ρύθμιση που υποτίθεται ότι έδινε προοπτική διορισμού και στους αναπληρωτές και στους κατόχους διδακτορικών και μεταπτυχιακών, αυτό που προέκυψε τελικά ήταν μία από τις πιο μεγάλες κινητοποιήσεις που αντιμετώπισε η κυβέρνηση, οι οποίες μάλιστα αντιμετωπίστηκαν με ΜΑΤ και χημικά.

Μόνο που εάν αυτή η κατάσταση επεκταθεί και σε άλλες κοινωνικές κατηγορίες, τότε το όποιο «φιλολαϊκό» προφίλ χάνεται και αντίστοιχα υπονομεύεται και η δυνατότητα του ΣΥΡΙΖΑ να παίξει το ρόλο του ηγετικού πόλου μιας νέας κεντροαριστεράς.

Γιατί οι πολιτικές παρατάξεις δεν μπορούν ποτέ να οικοδομηθούν πάνω στη ρητορική και την αισθητική. Χρειάζονται ταυτόχρονα περιεχόμενο, στρατηγική, ανθρώπους και οργανωτικές δομές. Αυτή μπορεί να είναι τελικά και η «αχίλλειος πτέρνα» της στρατηγικής του Αλέξη Τσίπρα.

Γράψτε το σχόλιο σας