«Η οικονομία είναι το μεγάλο μου ατού», δήλωσε ο πρωθυπουργός κατά τη συνέντευξή του στην Έλλη Στάη.

Η δήλωση αυτή όντως αντιστοιχεί σε μια βασική πλευρά του τρέχοντος αφηγήματος της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα που είναι ότι κατάφερε να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια, να έχει από το 2017 ρυθμούς ανάπτυξης, να έχει μειώσει την ανεργία και τώρα να ετοιμάζεται να καταργήσει τον υποκατώτατο μισθό και να αυξήσει τον κατώτατο μισθό.

Το αφήγημα αυτό συνδυάζεται με δύο στοιχεία. Από τη μια, με μια ιδιαίτερα καταστροφολογική παρουσίαση της κατάστασης της οικονομίας τη στιγμή που παρέλαβε την εξουσία ο Αλέξης Τσίπρας και από την άλλη με την προβολή μιας ανάπτυξης που έρχεται και θα στηρίζεται στις επενδύσεις από εδώ και πέρα. Αλλά και από την απόκρυψη της αλήθειας. Ποια είναι αυτή; Είναι η υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας για 99 χρόνια. Είναι οι χιλιάδες πλειστηριασμοί ακινήτων. Είναι τα εκατομμύρια κατασχέσεων ακόμη και για ποσά 500 ευρώ.

Είναι το γεγονός ότι επί ΣΥΡΙΖΑ η Ελλάδα βγήκε πρωταθλήτρια κόσμου στην αύξηση φόρων. Είναι το γεγονός ότι ο Τσίπρας εξαφάνισε το ΕΚΑΣ και προχώρησε σε μειώσεις συντάξεων δίνοντας μετά φιλοδωρήματα. Είναι που εξευτέλισε τους Ελληνες με τα capital conrols στα οποία οδηγήθηκε για… είχε κάνει λάθος επιλογή προσώπων.

Και είναι ότι προσλαμβάνει χιλιάδες για τη δημιουργία κομματικού στρατού, σε βάρος του ιδιωτικού τομέα. Αυτά κι άλλα πολλά.

 

Ποια ακριβώς ήταν η κατάσταση της οικονομίας τον Ιανουάριο του 2015;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάσταση της χώρας τον Ιανουάριο του 2015 δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Η χώρα συμπλήρωνε ήδη 4,5 χρόνια μνημονιακών πολιτικών και τα αποτελέσματα ήταν εμφανή. Γι’ αυτό άλλωστε και είχε θεωρηθεί κάπως άστοχη η προσπάθεια της κυβέρνησης Σαμαρά να μιλήσει για ένα success story ως προς το έργο της.

Ωστόσο, έχουν ενδιαφέρον μια σειρά από στοιχεία. Στην πραγματικότητα στις αρχές του 2015 είχε αρχίσει μια αργή βελτίωση ορισμένων οικονομικών δεικτών. Μετά από μια πενταετία μεγάλης ύφεσης, που αθροιστικά ξεπέρασε το 25%, στο Δ΄ τρίμηνο του 2014 η οικονομία έτρεξε με θετικό πρόσημο ως προς την αύξηση του ΑΕΠ (0,8%). Η ανεργία, που είχε φτάσει στο υψηλότερο σημείο της τον Ιούλιο του 2013 όταν εκτινάχθηκε στο 27,9%, είχε αρχίσει να υποχωρεί και ήδη τον Ιανουάριο του 2015 είχε υποχωρήσει στο 25,7%. Η χώρα είχε ήδη καταφέρει να σταθεροποιήσει τα δημοσιονομικά της, καταγράφοντας δύο χρόνια πρωτογενών πλεονασμάτων (το 2013 και το 2014). Η χώρα είχε κάνει δύο «εξόδους στις αγορές» και φαινόταν ότι θα μπορούσε να συνεχίζει να αντλεί κεφάλαια από αυτές. Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις είχαν αυξήσει τις καταθέσεις τους στις τράπεζες από 151 δισεκατομμύρια ευρώ τον Ιούνιο του 2012 σε 160 δισεκατομμύρια ευρώ τον Δεκέμβριο του 2014. Το χρηματιστήριο παρά τις αρνητικές δυναμικές διατηρούσε ένα όριο αντοχής στις 814 μονάδες.

Fake news και οι πλειστηριασμοί;

 

Προφανώς και η κατάσταση δεν ήταν ρόδινη και ήταν δεδομένο ότι ούτως ή άλλως τα όσα περιλάμβανε το δεύτερο μνημόνιο, που έτρεχε ακόμη, συνεπάγονταν αυξημένη λιτότητα. Η Τρόικα πίεζε για ακόμη πιο σκληρά μέτρα, που αφορούσαν τις συντάξεις, τις ιδιωτικοποιήσεις και πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα (που εν μέρει είχε αποδεχτεί η κυβέρνηση Σαμαράς με το περίφημο «mail Χαρδούβελη»).

Άλλωστε, ήταν η απροθυμία της Τρόικας να καταλήξει σε μια πολιτική συμφωνία με την κυβέρνηση Σαμαρά, που θα οδηγούσε και σε μια θετική αξιολόγηση, αυτή που πυροδότησε ουσιαστικά την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Επιπλέον, οι τράπεζες έδειχναν ότι θα χρειάζονται και επιπλέον κεφαλαιοποίηση, κάτι που εκ των πραγμάτων θα σήμαινε και νέο μνημόνιο.

 

Οι επιπτώσεις του 2015

Αυτή την κατάσταση κληρονόμησε η κυβέρνηση Τσίπρα. Η ίδια ξεκίνησε μια διαπραγμάτευση με τους θεσμούς, αρνούμενη αρχικά να εφαρμόσει μέτρα όπως αυτά που είχε απαιτήσει η Τρόικα από την κυβέρνηση Σαμαρά.

Από τα απομνημονεύματα του Γιάνη Βαρουφάκη, μια που ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει ποτέ μιλήσει με σαφήνεια για τον τότε σχεδιασμό του (πέραν του αναδρομικού mea culpa του για τις «επιλογές προσώπων»), ξέρουμε ότι εκτιμούσαν ότι μια στοχευμένη στάση πληρωμών στα ομόλογα της ΕΚΤ θα αποτελούσε ικανό διαπραγματευτικό χαρτί, χωρίς τελικά να το αποφασίσουν. Γι’ αυτό το λόγο και ήδη από το Φεβρουάριο του 2015 είχαν αποδεχτεί μνημονιακά μέτρα.

Η συνέχεια είναι γνωστή, η κυβέρνηση ενεπλάκη σε μια ατελέσφορη διαπραγμάτευση, εφόσον ήταν σαφές ότι η Τρόικα δεν πειθόταν, το δημοψήφισμα επιλέχτηκε ως «διαπραγματευτικό χαρτί» και όχι ως αναζήτηση νομιμοποίησης για μια ρήξη, το ενδεχόμενο εξόδου από την ευρωζώνη αποκλείστηκε και έμενε ως προοπτική μόνο ο συμβιβασμός και το νέο μνημόνιο.

Ατού του Τσίπρα και οι εξαθλιωμένοι συνταξιούχοι;

 

Είναι γεγονός ότι πολλές φορές η αντιπολίτευση προσπάθησε να πει ότι το τρίτο μνημόνιο ήταν αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ότι εάν η ίδια είχε μείνει στην εξουσία, αυτό θα είχε αποφευχθεί. Σε αυτό επιμένουν και ορισμένοι ευρωπαίοι παράγοντες που υποστηρίζουν ότι εκείνο το εξάμηνο είχε ένα κόστος δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρών για την ελληνική οικονομία.

Η αλήθεια είναι ότι σε μεγάλο βαθμό η κυβέρνηση Τσίπρα τότε αποδέχτηκε μέτρα που ήταν στο τραπέζι, από τη μεριά των δανειστών, από το φθινόπωρο του 2014 τα οποία έγιναν σε πλευρές τους πιο σκληρά ως αποτέλεσμα της δυσπιστίας που διαμορφώθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2015 με τη διαπραγμάτευση Βαρουφάκη.

Με αυτή την έννοια η πραγματική επιλογή ήταν ανάμεσα στους όρους με τους οποίους θα εφαρμοζόταν το πακέτο που συμπεριλήφθηκε στο τρίτο μνημόνιο, στο βαθμό που φαίνεται ότι δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα εξόδου από το ευρώ. Και εκεί όντως κανείς μπορεί να μετρήσει το κόστος που αποτυπώθηκε στη διατήρηση υφεσιακών τάσεων το 2015 και το 2016, στην αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, στη σημαντική μείωση των καταθέσεων των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών το 2015.

 

Η πραγματική κατάσταση της οικονομίας επί κυβέρνησης Τσίπρα

Όμως, ανεξαρτήτως της αποτίμησης των εξελίξεων του 2015, ούτως ή άλλως η κατάσταση της οικονομίας σήμερα σε κανένα βαθμό δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον σχεδόν αλαζονικό τόνο με τον οποίο μιλάει ο πρωθυπουργός για τα επιτεύγματά του.

Καταρχάς ο πρωθυπουργός δεν μιλάει για ορισμένα από τα «επιτεύγματά του». Για παράδειγμα ποτέ δεν αναφέρει ότι χάρη στο τρίτο μνημόνιο –που προσέθεσε χρέος– αυτή τη στιγμή η χώρα έχει μεγαλύτερο δημόσιο χρέος από αυτό που είχε το 2014 (από 324 δισεκατομμύρια ευρώ τότε, τώρα είναι στα 344,9 δισεκατομμύρια ευρώ). Ούτε θυμίζει ότι η αναλογία των φορολογικών εισπράξεων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε περισσότερο από 2% την πρώτη διετία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με αποτέλεσμα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο που το 2014 ήταν 75,2 δισεκατομμύρια ευρώ τον Οκτώβριο του 2018 είχαν εκτιναχθεί στα 102,6 δισεκατομμύρια ευρώ.

Την ίδια ώρα ο επικοινωνιακός μηχανισμός του ΣΥΡΙΖΑ συστηματικά αποσιωπά ότι ακόμη και η μη μείωση των παλαιών συντάξεων έγινε με «αντάλλαγμα» περικοπές σε άλλα κοινωνικά μέτρα τα οποία είχε ο ίδιος ο πρωθυπουργός ανακοινώσει αρχικά. Ούτε μιλά κανείς από την κυβέρνηση για τη διαρκή περικοπή του προγράμματος δημόσιων επενδύσεων που έχει εξελιχθεί σε βασικό μηχανισμό διαμόρφωσης πλεονασμάτων, αλλά με μεγάλο κόστος στην πραγματική οικονομία.

Οι ουρές στα capital controls από περήφανα γηρατειά

 

Η αναιμική ανάπτυξη και οι κίνδυνοι για το μέλλον

Η χώρα όντως έχει μπει από το 2017 σε μια τροχιά ρυθμών ανάπτυξης, που εν μέρει αντανακλά γενικότερες διεθνείς τάσεις, εν μέρει απλώς το γεγονός ότι μια οικονομία όπως η ελληνική, που είχε περάσει ακραία παρατεταμένη ύφεση κάποια στιγμή γυρνάει σε ρυθμούς ανάπτυξης. Η υποχώρηση της ανεργίας είναι υπαρκτή αλλά θα χρειαστούμε μερικά χρόνια ακόμη για να γυρίσουμε στα προ κρίσης επίπεδα έχοντας πληρώσει βαρύ τίμημα στην απαξίωση δεξιοτήτων και στην μαζική μετανάστευση επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό. Η αύξηση της μερικής απασχόλησης έχει οδηγήσει σε μια σημαντική υποχώρηση του μέσου μισθού στο σύνολο της οικονομίας στα 913 ευρώ (μεικτά). Στους 11 πρώτους μήνες του 2018 η αύξηση της απασχόλησης ήταν κατά πλειοψηφία σε θέσεις μερικής απασχόλησης (45,8%) και εκ περιτροπής απασχόλησης (12,64%) και μόνο το 41,56% ήταν θέσεις πλήρους απασχόλησης.

Η κυβέρνηση επιχαίρει για το ότι ετοιμάζεται να αυξήσει τον κατώτατο μισθό και να καταργήσει τον υποκατώτατο, εφαρμόζοντας ουσιαστικά ένα θεσμικό πλαίσιο συμφωνημένο εντός του δεύτερου μνημονίου, όμως παρά τη μερική επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων η μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών δεν έχει δει αυξήσεις.

Κυρίως, όμως, αυτό που δεν ομολογεί ο πρωθυπουργός είναι ότι μπαίνουμε σε μια νέα φάση αβεβαιότητας και για την ελληνική οικονομία. Γιατί αυτό που ο ίδιος ονομάζει θετικό κλίμα στην πραγματικότητα είναι απλώς η αντανάκλαση του γεγονότος ότι η κοινωνία και η οικονομία όντως ανέπτυξαν «τεχνικές επιβίωσης» και για αυτό δεν είναι υπάρχει το διάχυτο κλίμα φόβου.

Όμως, πραγματική αισιοδοξία δεν υπάρχει. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ ο δείκτης οικονομικού κλίματος είναι χαμηλότερο σημείο σε σχέση με το καλοκαίρι, με υποχώρηση προσδοκιών στη βιομηχανία, τις κατασκευές και τις υπηρεσίες.

Ακόμη και εάν δοκιμαστεί «έξοδος στις αγορές», αυτή θα γίνει για προεκλογικούς λόγους καθώς στην πραγματικότητα τα σημερινά spreads, που για το δεκαετές ομόλογο ξεπερνούν το 4%, καθιστούν μεσοπρόθεσμα απαγορευτικό το κόστος δανεισμού για τη χώρα και ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας προσφυγής στους θεσμούς εάν εξαντληθεί το «χρηματοδοτικό μαξιλάρι».

Και τα πράγματα θα γίνουν ακόμη πιο δύσκολα εάν η παγκόσμια οικονομία εισέλθει σε φάση επιβράδυνσης και ύφεσης όπως διάφοροι ήδη προβλέπουν. Σε αυτή την περίπτωση το οικονομικό κλίμα θα γίνει δυσμενές, η απουσία αναπτυξιακού σχεδίου από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα οδυνηρά εμφανής και οι όποιες «τεχνικής επιβίωσης» θα δοκιμαστούν. Και τότε δύσκολα θα μπορεί ο πρωθυπουργός να μιλάει για την οικονομία ως «ατού».