Σαν σήμερα 26 Οκτωβρίου 1957 έφυγε από τη ζωή ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους του πνεύματος που άφησε μεγάλη παρακαταθήκη στον ελληνικό και παγκόσμιο πολιτισμό.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε το 1883, στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη που μαχόταν για την ελευθερία. Ο πατέρας του, θέλοντας να εμφυσήσει στο γιο του την αξία της ελευθερίας, στις άγριες σφαγές που έγιναν στην  Κρήτη το 1889 τον πήγε στην Πλατεία με τα λιοντάρια και τον έβαλε να προσκυνήσει τα παγωμένα πόδια των κρεμασμένων στον πλάτανο από τους Τούρκους.

«Όταν άρχισα να γράφω τον «Καπετάν Μιχάλη», ο κρυφός σκοπός μου ήταν τούτος: να σώσω ντύνοντάς το με λέξες, τ’ όραμα του κόσμου, όπως το δημιούργησαν τα παιδικά μου μάτια. Kι όταν
λέω τ’ όραμα του κόσμου, θέλω να πω, τ’ όραμα της Κρήτης […] τα παιδιά της Κρήτης ανάπνεαν έναν αέρα τραγικό στα ηρωικά και μαρτυρικά χρόνια του Καπετάν Μιχάλη, όταν οι Τούρκοι
πατούσαν ακόμα τα χώματά μας και συνάμα άρχισαν ν’ ακούγουνται να ζυγώνουν τα αιματωμένα φτερά της Ελευτερίας» αναφέρει ο συγγραφέας στον Πρόλογο του έργου »Καπετάν-Μιχάλης».

Αυτό το σοκαριστικό βίωμα έμεινε ανεξίτηλο στη μνήμη του Καζαντζάκη, που στην μετέπειτα πορεία του τροφοδότησε το έργο του με τις αξίες της εσωτερικής ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, την κοινωνική δικαιοσύνη και την τόλμη.

Στην «Αναφορά στον Γκρέκο» δίνει μια επιγραμματική σύνοψη της αντίληψής του για τον κόσμο και τη ζωή:

«Η ζωή μου η προσωπική, για μένα μονάχα έχει κάποια, πολύ σχετική αξία, για κανέναν άλλον η μόνη αξία που της αναγνωρίζω, είναι ετούτη: ο αγώνας της ν’ ανέβει από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και να φτάσει όσο πιο υψηλά μπορούσαν να την πάνε η δύναμη της και το πείσμα –στην κορυφή, που αυθαίρετα ονομάτισα Κρητική Ματιά […] Θα βρεις λοιπόν αναγνώστη, στις σελίδες ετούτες την κόκκινη γραμμή, καμωμένη από στάλες αίμα μου, που σημαδεύει την πορεία μου ανάμεσα στους ανθρώπους, στα πάθη και στις ιδέες. Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το σταυρό και ανεβαίνει το Γολγοθά του. Τέσσερα στάθηκαν τ’ αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμά μου, και το καθένα φέρνει ένα ιερό όνομα: Χριστός, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας. Αυτή την αιματηρή πορεία μου…μάχομαι στο οδοιπορικό μου ετούτο να σημαδέψω… Αλάκερη η ψυχή μου μια κραυγή κι όλο μου το έργο, το σχόλιο στην Κραυγή αυτή».

Ο πατέρας του τον προόριζε για δικηγόρο και όχι για συγγραφέα ή δημοσιογράφο. Έτσι το 1906 πήρε με άριστα το πτυχίο του από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο έφερε και την υπογραφή τού Κωστή Παλαμά ως Γενικού Γραμματέως τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1907 κάνοντας μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία έρχεται σε επαφή με τον καθηγητή Ερρίκο Μπερξόν, ο οποίος τον επηρέασε βαθύτατα στη διαμόρφωση της δικής του φιλοσοφίας.

Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1906 γράφοντας δοκίμια, ωστόσο στην μετέπειτα πορεία του ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου, ποίηση όπως η Οδύσεια, μυθιστορήματα όπως «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» θεατρικά έργα και τραγωδίες όπως «Προμηθέας Πυρφόρος», φιλοσοφία όπως «Ασκητική» και «Συμπόσιον», μεταφράσεις όπως«Η Θεία Κωμωδία» τού Δάντη, έγραψε ταξιδιωτικά έργα και διασκεύασε μεγάλο αριθμό παιδικών βιβλίων. Έτσι άφησε πίσω του πλούσιο και σημαντικό έργο που συνέβαλε στην αναγνώρισή του διεθνώς.

Αναμείχθηκε και στα κοινά, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον διόρισε Γεν.Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως και τον έστειλε στον Κάυκασο το 1919, προκειμένου να συνδράμει στον επαναπατρισμό των εκεί Ελλήνων Ποντίων, που υπέφεραν μετά την επικράτηση του κομμουνισμού από το 1917 στη Ρωσία. Τότε μετέφερε,μέσα σε τεράστιες δυσκολίες, 150.000 Έλληνες και τους εγκατέστησε στη Μακεδονία και στη Θράκη. Μαζί του πήρε και τον Γιώργη Ζορμπά, τον μυθιστορηματικό «Αλέξη Ζορμπά».

«Κατάλαβα πως ο Ζορμπάς ετούτος είναι ο άνθρωπος που τόσον καιρό τον ζητούσα και δεν τον έβρισκα· μια ζωντανή καρδιά, ένα ζεστό λαρύγγι, μια ακατέργαστη μεγάλη ψυχή, που ακόμα δεν αφαλοκόπηκε από τη μάνα της, τη Γης. Τί θα πει τέχνη, έρωτας της ομορφιάς, αγνότητα, πάθος – ο εργάτης ετούτος μου το ξεδιάλυνε με τα πιο απλά ανθρώπινα λόγια» όπως αναφέρει στο έργο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».

Από τις 26 Νοεμβρίου 1945 μέχρι τις 11 Ιανουαρίου 1946 διετέλεσε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη. Επίσης, υπήρξε Δημοτικός Σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων. Το 1947-1948 διετέλεσε Τμηματάρχης της ΟΥΝΕΣΚΟ στο Παρίσι, από όπου και παραιτήθηκε, προκειμένου να μπορέσει απερίσπαστος να επιδοθεί στην «αγνή και αφιλόκερδη πνευματική δουλειά», όπως είπε ο ίδιος.

Έκανε δύο γάμους, με τη Γαλάτεια Αλεξίου, έρωτας των νεανικών του χρόνων, που δυστυχώς κατέληξε σε διαζύγιο. Παντρεύτηκε όμως και δεύτερη φορά την Ελένη Σαμίου με την οποία έζησε μια ευτυχισμένη ζωή που του πρόσφερε τις κατάλληλες συνθήκες για να γίνει παραγωγικός.

Πηγή έμπνευσής του ήταν τα ταξίδια. Ο ίδιος ταξίδεψε όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλο τον κόσμο, φτάνοντας από τη Μέση Ανατολή ως τη Σιβηρία. Με την Κύπρο συνδέθηκε πολύ και τάχθηκε σταθερά υπέρ των αγώνων της για ελευθερία.

Κατά το ταξίδι τής επιστροφής του από την Ιαπωνία και την Κίνα, εισήχθη στην Πανεπιστημιακή Κλινική τού Φράιμπουργκ της Γερμανίας, όπου πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1957, στις 10:20 το βράδυ. Νεκρός μεταφέρθηκε στην Αθήνα και μετά στην Κρήτη.

Τον τάφο του έχει σφραγίσει κατά τρόπο επιγραμματικό και απλό, ένα επιτύμβιο με φράσεις από την «Ασκητική».

«Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος», δηλαδή όλες οι μορφές ελευθερίας με τη μεταφυσική έννοια του όρου ανάγονται σε μια, στην απουσία φόβου και ελπίδας. Η ελευθερία ήταν το κεντρικό φιλοσοφικό πρόβλημα και το υψηλότερο αγώνισμα της ψυχής του.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο