Έφτασε η εποχή του χρόνου που το δημοσιογραφικό «ξυπνητήρι» επιβάλλει να επιλέξουμε σαν «αιώνιοι ταξιδιώτες» -που λέει ο λόγος- τοποθεσίες και μέρη ιδανικά για φυγή. Οπότε, υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να ανασύρω από το συναισθηματικό αρχείο διαδρομές στα Ζαγοροχώρια, παραλίες στα Κύθηρα και στη Νότια Πελοπόννησο, χωματόδρομους στη Θράκη και κάτι κρυμμένα της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής.

Δεν υπάρχει, ωστόσο, πιο φολκλορική διάσταση στην προσπάθεια να πείσεις τον αναγνώστη για το πόσο «ιδιαίτερο», «ξεχωριστό», «εξωτικό» και «ποιητικό» ήταν το δικό σου ταξίδι – εκείνο που δεν έκανε εκείνος.

Προτιμούσα πάντοτε εκείνες τις νωχελικές αναχωρήσεις που περιγράφει ο Ξαβιέ ντε Μεστρ στο «Ταξίδι στο δωμάτιό μου». Αυτή τη φορά ήταν ένα δωμάτιο σε χωριό του Κιλκίς και αφορμή τα απαιτητικά «Παλίμψηστα» του Ζεράρ Ζενέ (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2018, μετάφραση Βασίλη Πατσογιάννη ), όπου ο κριτικός λογοτεχνίας περιγράφει τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους ένα μεταγενέστερο κείμενο ωθεί τους αναγνώστες του, ρητά ή υπόρρητα, να θυμηθούν ένα παλιότερο:

Απόλυτη υποταγή

«”Δεν τρέφω καμιά συμπάθεια”», απαντά ο Προυστ σε μια δημοσιογραφική έρευνα, “για τους συγγραφείς που επιδιώκουν την πρωτοτυπία της μορφής… Εκείνο που πρέπει κανείς να επιδιώκει αποκλειστικά είναι η εντύπωση ή η ιδέα που οφείλει να μεταδώσει… Χρειάζεται απόλυτη υποταγή όλων των δυνάμεών του στο πραγματικό, για να καταφέρει να περάσει τη φαινομενικά απλούστερη ιδέα από τον κόσμο του αόρατου στον τόσο διαφορετικό κόσμο του συγκεκριμένου…”».

«Ο ίδιος ο Οδυσσέας βρίσκεται διαρκώς σε μια δευτερογενή κατάσταση: μιλούν αδιάκοπα γι’ αυτόν ενώπιόν του δίχως να τον αναγνωρίζουν, ενώ στο νησί των Φαιάκων ακούει να υμνούνται οι δικοί του άθλοι από τον αοιδό Δημόδοκο· ή πάλι αφηγείται ο ίδιος τις περιπέτειές του τόσο καλά, ώστε μεγάλο μέρος του έργου (διηγήσεις στο παλάτι του Αλκίνοου) να μοιάζει με αναδρομή στο ίδιο το έργο: δηλαδή το ουσιώδες, εκείνο που αφορά τις καθαυτό περιπέτειες του Οδυσσέα, καθώς το υπόλοιπο είναι μάλλον κάτι σαν επίλογος: νόστος και εκδίκηση».

«Όπως αναγνωρίζει ο ίδιος ο Βιντάλ – Νακέ, “στον Όμηρο, σε σύγκριση με τους Αχαιούς, οι εμπόλεμοι Τρώες αποτελούν, αντίθετα με τους εχθρούς τους, μια ολοκληρωμένη κοινωνία. Στο στρατόπεδο των Δαναών δεν υπάρχει ούτε μια νόμιμη σύζυγος, ούτε ένα παιδί […]

Αν ένας πολιτισμός συγκροτείται μέσα από τη ζωή ενός λαού, τότε ο μόνος πολιτισμός που υφίσταται στην Ιλιάδα είναι, προφανώς, ο τρωικός, και μόνον εκ των υστέρων οι περιγραφές της Ιθάκης, της Πύλου, της Σπάρτης και του ανακτόρου του Αλκίνοου, στην Οδύσσεια, θα αντισταθμίσουν αυτή την ανισορροπία.

Ο τρωικός πόλεμος είναι πράγματι ο πόλεμος που έγινε κατά της Τροίας, και όλη η συμπάθεια της αφήγησης (ασχέτως ποιον συμπαθεί ο αφηγητής) στρέφεται προς την πλευρά των ηττημένων».

Διόρθωση

«Είχα προτείνει κάποτε για την “Αναζήτηση του χαμένου χρόνου” τη φράση “ο Μαρσέλ γίνεται συγγραφέας”. Ενοχλημένη, και με το δίκιο της, από τον άκρως περισταλτικό χαρακτήρα αυτής της περίληψης, η Έβελυν Μπιρτζ – Βιτς πρότεινε την εξής διόρθωση: “Ο Μαρσέλ καταλήγει να γίνει συγγραφέας”. Τώρα μου φαίνεται ότι όλα είναι όπως πρέπει».

«Ο Οιδίπους δεν έχει ασυνείδητο, γιατί είναι το δικό μας ασυνείδητο, θέλω να πω ότι είναι ένας από τους θεμελιώδεις ρόλους τους οποίους έχει ενδυθεί η επιθυμία μας. Δεν χρειάζεται να έχει δικό του βάθος, γιατί είναι το δικό μας βάθος.

Όσο μυστηριώδης κι αν είναι η περιπέτειά του, το νόημά της είναι πλήρες και δεν παρουσιάζει κενά. Τίποτα δεν μένει κρυφό: δεν υπάρχει λόγος να σταθμίζουμε τα κίνητρα και τις υστεροβουλίες του Οιδίποδα.

Θα ήταν γελοίο να του αποδίδουμε μια ψυχολογία: είναι ήδη ο ίδιος μια ψυχολογική βαθμίδα… Δεν υπάρχει τίποτα πίσω από τον Οιδίποδα, επειδή ο Οιδίπους είναι το βάθος καθαυτό».

 

 

 

 

Γράψτε το σχόλιο σας