Οι λέξεις έωλος και αίολος δεν είναι απλώς ομόηχα, δηλαδή λέξεις που προφέρονται μεν το ίδιο (ταυτίζονται μεταξύ τους ηχητικά), αλλά διαφέρουν στην ορθογραφία, την ετυμολογία και τη σημασία.

Η ιδιαιτερότητα του εν λόγω ζεύγους λέξεων έγκειται στο γεγονός ότι όσοι ομιλούν και γράφουν την Ελληνική, στη συντριπτική πλειονότητά τους, χρησιμοποιούν μόνον το πρώτο επίθετο (έωλος), και μάλιστα λανθασμένα, καθώς του αποδίδουν τη σημασία που στην πραγματικότητα έχει το δεύτερο επίθετο (αίολος).

Για να γίνουν αντιληπτά όσα προαναφέραμε, θα εξετάσουμε στις αμέσως επόμενες γραμμές τις δύο αυτές λέξεις από ετυμολογικής και σημασιολογικής απόψεως.

Κατ’ αρχάς, το επίθετο έωλος, που απαντά ήδη στην αρχαία ελληνική γλώσσα ως παράγωγο του ουσιαστικού έως (αυγή, χάραμα, πρωί, πρωία, ημέρα), δηλώνει τα εξής: ο μιάς ημέρας, ο από της προηγουμένης, χθεσινός (κυριολεκτική σημασία), παλαιός, ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος (μεταφορική σημασία), μη νωπός – φρέσκος, μπαγιάτικος, αλλοιωμένος (συνεκδοχικώς, για τρόφιμα που έχουν απομείνει από την προηγούμενη ημέρα).

Η λόγια αυτή λέξη είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί και σήμερα, στο γραπτό κυρίως λόγο, στη θέση του επιθέτου μπαγιάτικος, προκειμένου να δηλωθεί τροφή που έχει χάσει τη φρεσκάδα της ή έχει χαλάσει. Εφικτή είναι η χρήση τού έωλος και με τη μεταφορική σημασία του, και πάλι αντί του επιθέτου μπαγιάτικος, όταν θέλουμε να κάνουμε λόγο για κάτι που έχει παλιώσει και δεν προκαλεί πλέον εντύπωση ή ενδιαφέρον: «Πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι πάλιωσε πια αυτό το αστείο, έγινε έωλο».

Όμως, με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε το επίθετο έωλος με τη σημασία τού αβάσιμος ή αστήρικτος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις όπου γίνεται λόγος για «έωλες υποσχέσεις» και «έωλα επιχειρήματα» επιβάλλεται να αντικαταστήσουμε το επίθετο έωλος με το επίθετο αίολος, που παραδόξως ελλείπει από αρκετά λεξικά.

Το τελευταίο αυτό επίθετο δεν είναι άλλο από το επίθετο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας αιόλος, που σήμαινε ταχέως κινούμενος, ευκίνητος, ευμεταχείριστος (κυριολεκτική σημασία), ευμετάβλητος, άστατος, δόλιος, πανούργος, ολισθηρός (μεταφορική σημασία).

Στη νέα ελληνική γλώσσα ο τόνος του επιθέτου έχει αναβιβαστεί στην προπαραλήγουσα, προφανώς υπό την επίδραση του προπαροξύτονου κυρίου ονόματος Αίολος (ο θεός των ανέμων, ορμητικός, ευμετάβολος και ασταθής).

Συγκεφαλαιώνοντας, όταν θέλουμε να δηλώσουμε ότι κάτι στερείται λογικού ερείσματος ή επαρκούς στηρίξεως, ότι μπορεί εύκολα να ανατραπεί, ότι είναι αθεμελίωτο, σαθρό, αναξιόπιστο και αναπόδεικτο, θα χρησιμοποιήσουμε το επίθετο αίολος: «Είμαι βέβαιος ότι τα κούφια λόγια και οι αίολες υποσχέσεις της αντιπολίτευσης δεν πείθουν τους νουνεχείς ανθρώπους», «Γνώριζε κι ο ίδιος ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε υπέρ της συγκεκριμένης άποψης ήταν αίολα, γι’ αυτό και κατέφυγε τελικά στη χρήση συνθημάτων».

Και μια τελευταία προσθήκη, μια και αναφερθήκαμε στο θεό των ανέμων. Όταν γίνεται λόγος για πράξη με δυσάρεστες συνέπειες, που προκαλεί μεγάλη αναστάτωση και ξεσηκώνει θύελλα, είναι προτιμότερο να αναφερόμαστε στον ασκό και όχι (άνευ προφανούς λόγου και αιτίας) στους ασκούς του Αιόλου: «Το πραξικόπημα που εκδηλώθηκε στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 άνοιξε τον ασκό του Αιόλου και αποτέλεσε το πρόσχημα για την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στη μαρτυρική μεγαλόνησο».

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο