Θανατική ποινή και ένας ανήσυχος Σταμάτης Φασουλής στον «Δικηγόρο Ντάροου»
Με βροντερή φωνή, πάθος και με ένα μαντίλι να σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του, ο Σταμάτης Φασουλής γίνεται «Δικηγόρος Ντάροου» στο θέατρο Δημήτρης Χορν. Ερμηνεύει έναν απαιτητικό ρόλο, καθώς σε έναν μονόλογο διηγείται την πορεία του δικηγόρου – θρύλου, και παράλληλα ξεδιπλώνεται ένα ωμό και άδικο νομικό σύστημα στις ΗΠΑ στα τέλή του […]
Με βροντερή φωνή, πάθος και με ένα μαντίλι να σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του, ο Σταμάτης Φασουλής γίνεται «Δικηγόρος Ντάροου» στο θέατρο Δημήτρης Χορν. Ερμηνεύει έναν απαιτητικό ρόλο, καθώς σε έναν μονόλογο διηγείται την πορεία του δικηγόρου – θρύλου, και παράλληλα ξεδιπλώνεται ένα ωμό και άδικο νομικό σύστημα στις ΗΠΑ στα τέλή του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.
Το ανήσυχο και ουμανιστικό πνεύμα του δικηγόρου, η δίψα του για ισότητα και η βασική του επιδίωξη, που ήταν να μπολιάσει το ανθρώπινο στη νομική, αναδεiκνύονται ξεκάθαρα μέσα από την ερμηνεία του Σταμάτη Φασουλή.
Σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου, η παράσταση έχει περισσότερο εκπαιδευτικό παρά ψυχαγωγικό χαρακτήρα. Γυρνά το θεατή πίσω στο χρόνο, αλλά και τον προβληματίζει παρουσιάζοντάς του ζητήματα που ακόμα και τώρα καυτηριάζουν τον κόσμο.
Έμφαση δίνεται στο θέμα της εκμετάλλευσης στην εργασία, με τον Σταμάτη Φασουλή να ρωτά φανταστικά πρόσωπα για τις συνθήκες που βιώνουν στα ορυχεία. Μιλά για καταστάσεις που παραπέμπουν σε καθεστώς δουλείας. Για ανθρώπους που αναγκάζονταν να ζήσουν την οικογένειά τους με τέσσερις πένες την ημέρα, για παιδιά 11 ετών που εργάζονταν, για εργάτες που παρουσίαζαν σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως το να χάνουν το πόδι τους.
Κανείς δεν μεριμνούσε για εκείνους, ενώ ο δικηγόρος Ντάροου πηγαίνοντας κόντρα στα συμφέροντα των ισχυρών και με ουμανιστικό πνεύμα στεκόταν στο πλευρό των αδικημένων. Όλη του τη ζωή μεριμνούσε για την ειλικρινή δικαιοσύνη, για την κοινωνία των ίσων ευκαιριών και για τη νομική με ανθρώπινο πρόσημο.
Γόνος οικογενείας προοδευτικών αντιλήψεων, έσπαζε το καλούπι των αποστεωμένων λογικών. Ήταν δοσμένος στη νομική επιστήμη όχι λόγω ματαιοδοξίας, αλλά επειδή ήθελα να υπερασπίζεται, με κάθε κόστος, το δίκαιο του αδυνάμου.
Αυτά τα ανθρώπινα γονίδια του δικηγόρου τα κληρονομεί και ο Σταμάτης Φασουλής στην παράσταση. Με αυθεντικότητα στη φωνή, εμπειρία στο βλέμμα και με μορφασμούς που μαρτυρούν την επαγγελματική και συναισθηματική του ωριμότητα, ο ηθοποιός καταφέρνει να πείσει τους θεατές για τις προθέσεις του. Ακόμη, με κατανοητούς συλλογισμούς και επιχειρήματα παρουσιάζει την κοσμοθεωρία του, ενώ η αφηγηματική του τεχνική διακρίνεται από χιούμορ, ένταση και συγκίνηση.
Με ενδιαφέρον παρακολουθεί ο θεατής υποθέσεις που σχετίζονται με το ρατσισμό απέναντι στους μαύρους. Όπως και σήμερα, έτσι και την εποχή εκείνη είχαν δολοφονηθεί αδίκως άτομα, με το γεγονός αυτό να ξεσηκώνει πλήθος κόσμου οδηγώντας τον στη λύση της εξέγερσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η στιγμή που ο Ντάροου καλείται να υποστηρίξει συνδικαλιστή που έβαλε βόμβα στους «Times». Παραδέχεται την ενοχή του ανθρώπου αυτόύ, και από εκεί που ο συνδικαλιστικός κόσμος τον αποθέωνε, μετά τον γιούχαρε. Και με αξιομνημόνευτο τρόπο ο Φασουλής κατεβαίνει από τη σκηνή και προχωρώντας λέει: «Έτσι όπως μπήκα, έτσι θα βγω»
Ο Φασουλής παρουσιάζει, ακόμη, και την προσπάθεια του δικηγόρου Ντάροου να καταργήσει τη θανατική ποινή. Στηρίζοντας την ουσία της αναθεώρησης, πίστευε ότι η θανατική καταδίκη δε συνιστούσε σωφρονιστική λύση. Ήταν υπέρμαχος της ανθρώπινης και λογικής θέασης των πραγμάτων.
Με κωμικό και σατιρικό τρόπο ο Φασουλής αφηγείται τη «Δίκη των πιθήκων», κατά την οποία εκπαιδευτικός συνελήφθη επειδή δίδαξε Δαρβίνο στους μαθητές του. Τη στιγμή εκείνη εκτίθεται μια ανεγκέφαλη οπισθοδρόμηση και μια επιτηδευμένη προσκόλληση στο παράλογο.
Συνολικά, στον «Δικηγόρο Ντάροου» η ερμηνεία του Σταμάτη Φασουλή είναι αξιόλογη, με τον ηθοποιό να εκθέτει άκρως ενδιαφέροντα γεγονότα, αλλά ταυτόχρονα να παίρνει και ένα μεγάλο ρίσκο. Ο μονόλογος είναι από μόνος του παγίδα, αλλά ο Φασουλής την αποφεύγει και χωρίς να αλλοιώνει την υποκριτική του παρουσία μπαίνει στο πετσί του ρόλου. Επικοινωνεί, παράλληλα, με το κοινό και δεν χάνει το χιούμορ του.
Η μουσική παράσταση «ASTORIA» μάς μεταφέρει στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, εκεί όπου μια μικρή Ελλάδα γεννιέται μέσα σε ένα καφενείο στην καρδιά της Αστόριας και το τραγούδι γίνεται φωνή, παρηγοριά και αντίσταση.