Η Βρετανία από την πρώτη στιγμή αποδοκίμασε την μονομερή και παράνομη ανακήρυξη του ψευδοκράτους από τον Ραούφ Ντενκτάς και ήταν σε συνεννόηση με την τότε κυβέρνηση της Κύπρου δείχνουν αποχαρακτηρισθέντα αρχεία από το βρετανικό πρωθυπουργικό γραφείο της περιόδου 1980-1983, όπως δημοσιεύονται στον κυπριακό Τύπο.

Ο Ντενκτάς είχε ανακηρύξει την ανεξαρτησία του ψευδοκράτους στις 15 Νοεμβρίου 1983.

Την ίδια ημέρα, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Σπύρος Κυπριανού, σε επιστολή του προς την τότε πρωθυπουργό της Βρετανίας, Μάργκαρετ Θάτσερ, τόνιζε ότι η ενέργεια συνιστούσε σοβαρή απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και δημιουργούσε μία πολύ εκρηκτική κατάσταση σε όλη την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.

Ακόμη, ζητούσε από την Βρετανίδα πρωθυπουργό τη στήριξη της κυβέρνησής της και τη βοήθειά της στα Ηνωμένα Έθνη για να απαιτηθεί από την κυβέρνηση της Τουρκίας να τερματιστεί το παράνομο καθεστώς.

Είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία, όπου η Θάτσερ είχε εκφράσει τη βαθιά ταραχή της κυβέρνησής της για τις εξελίξεις και είχε αναφέρει στον Κύπριο πρόεδρο ότι το Λονδίνο είχε ξεκαθαρίσει στον Ντενκτάς την εναντίωσή του από πριν.

Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών Τζέφρι Χάου αποδοκίμασε στη Βουλή των Κοινοτήτων την ανακήρυξη του ψευδοκράτους. Ρωτήθηκε δε αν η μονομερής ανακήρυξη είχε υποκινηθεί ή εγκριθεί από το στρατό ή τον εντολοδόχο πρωθυπουργό Οζάλ στην Τουρκία και εκτίμησε ότι η Τουρκία αιφνιδιάστηκε από την κίνηση Ντενκτάς.

Ενδιαμέσως το βρετανικό πρωθυπουργικό γραφείο ζητούσε οδηγίες για το πώς θα χειρίζονταν επιστολή Ντεκτάς προς τη Θάτσερ.

Το Φόρεϊν Όφις έγραψε ότι η συμβουλή του μέχρι τότε ήταν ο πρωθυπουργός να μην απαντά σε επιστολές του Ρ.Ντενκτάς, καθώς αυτό θα εκλαμβανόταν ως αναγνώριση του στάτους του ως «προέδρου» του τότε «Τουρκικού Ομόσπονδου Κράτους της Κύπρου».

Εισηγούμαστε να μη σταλεί τίποτα αυτήν τη φορά, έγραφε το υπουργείο, όμως η Θάτσερ διαφώνησε με την τακτική αυτή και έγραψε χειρόγραφα στην επιστολή: «Δεν βλέπω πώς θα τον επηρεάσουμε αν δεν απαντήσουμε την επιστολή του και θέσουμε σωστά τα γεγονότα και τη θέση μας. Δεν χρειάζεται να τον ονομάσουμε ως πρόεδρο».

Λίγες ημέρες αργότερα, τα Ηνωμένα Έθνη αποδοκίμασαν την ανακήρυξη «ανεξαρτησίας» (ψήφισμα 541/1983).

Η Κύπρος είχε ζητήσει να αντικατασταθεί στο προσχέδιο η λέξη «αποδοκιμάζω» (deplore) με τη λέξη «καταδικάζω» (condemn). Η Βρετανία αρχικά αντέδρασε προειδοποιώντας για τον κίνδυνο καθυστέρησης της ψήφισης του σχεδίου. Τελικά η Κύπρος πέτυχε να χαρακτηριστεί το τουρκοκυπριακό ψήφισμα «νομικά άκυρο» αν και παρέμεινε το «αποδοκιμάζω».

Τέσσερις ημέρες αργότερα (στις 21 Νοεμβρίου) η Θάτσερ έστειλε επιστολή στον Κυπριανού επιβεβαιώνοντας τις βρετανικές θέσεις και επισημαίνοντας τις κινήσεις της κυβέρνησής της στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Η Βρετανή πρωθυπουργός ανέφερε επίσης ότι είχε στείλει μήνυμα στον Τούρκο πρόεδρο Εβρέν, προτρέποντάς τον να βοηθήσει στο να εξασφαλίσει ανάκληση της τουρκοκυπριακής διακήρυξης. Και επισημάνθηκε ακόμη ότι θα ήταν πολύ λυπηρό αν αυτή η ενέργεια, όσο ανεπιθύμητη και αν ήταν, οδηγούσε στην κατάρρευση των διακοινοτικών διαβουλεύσεων υπό τον ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών.

Αλλά πάντως, σε εσωτερικό έγγραφο της ίδιας ημέρας από τον υπουργό Εξωτερικών Χάου αναφέρονταν ότι τα βρετανικά συμφέροντα στις βρετανικές βάσεις απαιτούσαν την επίδειξη κάποιας συμπάθειας για τους Ελληνοκύπριους, «αλλά τα ευρύτερα συμφέροντα της μη αποξένωσης της Τουρκίας από τη Δύση και η ελληνοκυπριακή τάση να δράττεται από τη στήριξή μας και να την υπερβάλλει απαιτούν από εμάς να μην υποστηρίξουμε πλήρως τη δική τους πλευρά [δηλ. την κυπριακή] και να αποφύγουμε για παράδειγμα την απόλυτη καταδίκη της Τουρκίας από τη Σύνοδο Κορυφής της Κοινοπολιτείας [σ. πραγματοποιούνταν δύο ημέρες αργότερα στην Γκόα]».

Οι Βρετανοί ανέμεναν όμως αντιδράσεις και από την πλευρά της Ελλάδας.

«Έχοντας λίγο πραγματικό ενδιαφέρον για τις κοινότητες στην Κύπρο, η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ανακήρυξη για τους δικούς της σκοπούς, συγκεντρώνοντας δυτική υποστήριξη για τις ελληνικές θέσεις έναντι της Τουρκίας», ανέφερε το Φόρεϊν Όφις σχολιάζοντας το ρόλο του Έλληνα πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου.

Το Λονδίνο εξέφραζε ακόμη φόβους μήπως ανακήρυξη ψευδοκράτους γίνει αφορμή για την Ελλάδα να τοποθετήσει περισσότερους στρατιώτες στην Κύπρο.

Ενδιαφέρουν όμως έχουν και οι ενέργειες των ΗΠΑ σχετικά με την υπόθεση.

Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε ενημερώσει το Λονδίνο πως θα συνέχιζε δημοσίως να ζητά την ανάκληση της κήρυξης ανεξαρτησίας, στέλεχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έλεγε στους Βρετανούς διπλωμάτες στην Ουάσινγκτον ότι οι πιθανότητες να υποκύψει ο τουρκοκύπριος ηγέτης ήταν λίγες.

Οι Αμερικανοί σημείωναν ότι άξιζε να εξεταστεί κατά πόσο η κίνηση Ντενκτάς «άνοιγε νέες διαπραγματευτικές πιθανότητες». Θεωρούσαν ότι η προθυμία του να ανοίξει τα Βαρώσια και να συμφωνήσει στο ξανάνοιγμα του αεροδρομίου Τύμπου πρόσφερε τέτοιες ευκαιρίες. Δεν ήταν σαφές στην Ουάσινγκτον αν κίνητρο του Ντενκτάς ήταν η εκτόνωση της αρνητικής διεθνούς αντίδρασης ή το γνήσιο ενδιαφέρον για νέες διαπραγματεύσεις.

Στις Νοεμβρίου σε συνάντησή του με την Βρετανίδα υφυπουργό Εξωτερικών, λαίδη Γιανγκ, ο Αμερικανός ομόλογός της, Λόρενς Ιγκλμπέργκερ, της είπε ότι τον Ιανουάριο, όταν θα άνοιγε το Κογκρέσο, προέβλεπε μεγάλη πίεση για διακοπή όλης της στρατιωτικής βοήθειας προς την Τουρκία, παρά το ότι στο παρελθόν ανάλογα μέτρα δεν είχαν επηρεάσει την τουρκική πολιτική. Η Ουάσινγκτον σκόπευε να προσπαθήσει να διατηρήσει το πρόγραμμα στρατιωτικής βοήθειας και ήλπιζε ότι η Βρετανία θα κατανοούσε πως «η αμερικανική κυβέρνηση έπρεπε να προφυλαχθεί από τη διατύπωση υπερβολικής κριτικής έναντι της Τουρκίας», που ίσως σε μεταγενέστερο χρόνο να χρησιμοποιόταν εναντίον της από το Κογκρέσο.

Ο Ιγκλμπέργκερ σημείωσε επίσης να εξετάσει την προτροπή της λαίδης Γιανγκ να πει ο ίδιος στον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Ιλτέρ Τουρκμέν, να μην στείλει περισσότερο στρατό στην Κύπρο, όπως είχε κάνει ήδη η βρετανική πλευρά. Επίσης αναφέρθηκε στην ανάγκη να αποτραπούν οι Έλληνες από το να ενεργήσουν «ακόμα πιο απερίσκεπτα από όσο μπορούσε να περιμένει κανείς ότι θα έκαναν».

Η εκτίμηση του Αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών ήταν ότι τώρα που οι Τουρκοκύπριοι είχαν αποκτήσει αυτό που θεωρούσαν «ισότητα με τους Ελληνοκύπριους» ίσως ήταν ψυχολογικά πιο διατεθειμένοι να φανούν ευέλικτοι σε περαιτέρω συνομιλίες. Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση θα ήταν να πειστούν οι Ελληνοκύπριοι να συμμετάσχουν σε τέτοιες συνομιλίες.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο