«Ο Μύλος και ο Σταυρός»: μια ταινία-αριστούργημα αισθητικής!
Ο Πολωνός σκηνοθέτης Lech Majewski, εικαστικός και ο ίδιος εκτός από σκηνοθέτης, κάνει μια ταινία πάνω στην τέχνη της ζωγραφικής, χρησιμοποιώντας όλη του τη σκηνοθετική μαεστρία. Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά ένας άθλος, ένα τεχνολογικό επίτευγμα αλλά και ένα σκηνοθετικό κατόρθωμα, υψηλής αισθητικής. Ο Φλαμανδός ζωγράφος Πίτερ Μπρύγκελ ο Πρεσβύτερος, ετοιμάζεται να δημιουργήσει τον νέο του […]
Ο Πολωνός σκηνοθέτης Lech Majewski, εικαστικός και ο ίδιος εκτός από σκηνοθέτης, κάνει μια ταινία πάνω στην τέχνη της ζωγραφικής, χρησιμοποιώντας όλη του τη σκηνοθετική μαεστρία. Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά ένας άθλος, ένα τεχνολογικό επίτευγμα αλλά και ένα σκηνοθετικό κατόρθωμα, υψηλής αισθητικής.
Ο Φλαμανδός ζωγράφος Πίτερ Μπρύγκελο Πρεσβύτερος, ετοιμάζεται να δημιουργήσει τον νέο του πίνακα. Ο Πίτερ έχει ένα μεγάλο όραμα να υλοποιήσει. Έχει φανταστεί έναν πίνακα με 500 ανθρώπινες φιγούρες, που να πλαισιώνουν τη διαδρομή του Χριστού προς τον Γολγοθά. Δεν θέλει όμως να κάνει έναν απλό θρησκευτικό πίνακα. Σκοπός του είναι να βάλει το κεντρικό θέμα, το μαρτύριο του Χριστού, χαμένο κάπου ανάμεσα στο πλήθος. Οι άλλοι φαίνονται απορροφημένοι από τα δικά τους προβλήματα και βάσανα. Και όχι άδικα. Ο Μπρύγκελ φτιάχνει τον πίνακα μέσα σε μια ταραχώδη εποχή, καθώς ο πόλεμος των θρησκειών βράζει στη Δυτική Ευρώπη, σκορπίζει μαρτυρικό θάνατο και πυροδοτεί την μισαλλοδοξία, την έχθρα και τα μίση ανάμεσα στους λαούς.
Όλα ξεκίνησαν τον 2005, όταν ο συγγραφέας και κριτικός τέχνης Michael Francis Gibson είδε την ταινία «Angelus» του Majewski σε ένα σινεμά στο Παρίσι. Ενθουσιασμένος με το εικαστικό όραμα του σκηνοθέτη, τον συνάντησε και του έδωσε ένα αντίγραφο του βιβλίου του «The Mill and the Cross», που αποτελεί ανάλυση του πίνακα του Πίτερ Μπρύγκελ, «Ο Χριστός φέρων τον Σταυρό». Ο Majewski, του οποίου το δημιουργικό ταξίδι είχε ξεκινήσει με την ζωγραφική και την ποίηση, θαύμασε την αναλυτική ικανότητα του Gibson και ανέλαβε την πρόκληση να δημιουργήσει ένα οπτικοακουστικό ανάλογο του έργου του Φλαμανδού ζωγράφου-αυθεντία.
Σε τεχνικό επίπεδο, η ταινία είναι μια αποκάλυψη, μεγαλύτερης κλίμακας από ταινίες του Πίτερ Γκρίναγουεϊ ή του Πίτερ Βέμπερ που είχε γυρίσει το «Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι». Η υλοποίηση της ταινίας θεωρήθηκε μια «απίθανη αποστολή», σχεδόν ανέφικτη! Όχι όμως για τον έμπειρο δημιουργό Majewski, που αποφάσισε να βασιστεί σε πρωτοποριακή χρήση ψηφιακών εφέ, για να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα: έναν ζωντανό πίνακα! Η ταινία είναι αξιοθαύμαστη για τον συνδυασμό blue-screen, ζωντανής δράσης σε πραγματικά τοπία και σκηνικά ζωγραφισμένα από τον ίδιο τον Majewski. Ο σκηνοθέτης αλλάζει τον τρόπο που η τέχνη απεικονίζεται στα φιλμ, εισάγοντας μια πρωτοποριακή μέθοδο για να «μπούμε» μέσα στον πίνακα και να δημιουργηθεί μια αφήγηση βασισμένη στις απεικονισμένες φιγούρες, που ενσαρκώνονται από τους ηθοποιούς. Ήταν δουλειά που χρειαζόταν υπομονή και φαντασία, με χρήση νέας CG τεχνολογίας και 3D εφέ.
Η μέθοδος του Μαζέφσκι περιλαμβάνει τον συνδυασμό ψηφιακά γυρισμένων σκηνών με τρεις διαφορετικούς τρόπους * τραβούν τους ηθοποιούς μπροστά από ένα blue screen, που αυτό αργότερα ενσωματώνεται με διάφορα φόντα * γυρίσματα με ηθοποιούς σε πραγματικά τοπία της Πολωνίας, της Τσεχίας, της Αυστρίας και της Νέας Ζηλανδίας και σε άλλα τοπία, που να μοιάζουν με τον αυτά που φαίνονται στους πίνακες του Μπρύγκελ * ένα τεράστιο φόντο του έργου του Μπρύγκελ, ζωγραφισμένο πάνω σε καμβά από τον ίδιο τον Μαζέφσκι, με τον μοντέρ της ταινίας να δημιουργεί προσεκτικά στρώσεις από επίπεδα στο τελική σύνθεση της εικόνας. Για παράδειγμα, έναν ηθοποιό που τον τράβηξε μπροστά από ένα blue screen τον πρόσθεσε σε διάφορες στρώσεις, τόσο ζωγραφισμένων φόντων όσο και αληθινών τοπίων γυρισμένων σε φιλμ, ενισχυμένες από ψηφιακώς γυρισμένα τοπία νυχτερινού ουρανού της Νέας Ζηλανδίας.
Ο Majewski, για την πραγματοποίηση του οράματός τους, χρησιμοποίησε τεχνολογία 3D και μια ψηφιακή κάμερα 4 ετών, γνωστή ως 4K Red One, για να εισχωρήσει στον πίνακα, δημιουργώντας μια εξερεύνηση της τέχνης μέσω της κάμερας, τέτοια που δεν έχει ξαναγίνει ποτέ. Με την δύσκολη και κοπιαστική μέθοδο του διαχωρισμού των επιπέδων και του συνδυασμού τους στην τελική εικόνα, η διαδικασία για την ολοκλήρωση της ταινίας πήρε σχεδόν 3 χρόνια! «Χρησιμοποιήσαμε το 3D με έναν νέο τρόπο, συνδυάζοντας την απόδοση της Κόκκινης Κάμερας με τις υφές των πινάκων, δίνοντας αυτή την υφή σε κάθε πλάνο του τοπίου, με έναν τρόπο που δεν έχει ξαναγίνει» εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Αυτή είναι η πρώτη φορά που η κάμερα έχει ποτέ χρησιμοποιηθεί σε μια ταινία πάνω σε ένα αντικείμενο τέχνης. Δημιουργούμε έναν νέο κόσμο.»
Ο σκηνοθέτης έστησε επίσης το φιλμ σαν ένα έργο τέχνης. «Γυρίσαμε κάθε πλάνο σαν πίνακα» λέει, προσθέτοντας ότι η διαδικασία αυτή περιλάμβανε το κομμάτιασμα της εικόνας και μετά την επανασυναρμολόγηση σε ένα συνολικό κομμάτι. «Είναι σαν το έργο ενός Βενεδεκτίνου μοναχού, που συναρμολογεί την εικόνα από διάφορα υλικά. Δεν έχω δει ποτέ πριν ταινία σαν κι αυτή.»
Για τον Lech, αυτή η πρόκληση δεν ήταν καινούργια, μια και είχε ήδη βασίσει αρκετά κινηματογραφικά έργα του σε ζωγράφους. Είχε ήδη γράψει το σενάριο για την ταινία «Basquiat», που περιγράφει τη ζωή του ομώνυμου αμερικανού ζωγράφου, ενώ η ταινία του, «The Garden of the Early Delights», με φόντο έναν διάσημο πίνακα του Ιερώνυμου Μπος, χαρακτηρίστηκε από το περιοδικό SIGHT & SOUND «αριστούργημα».
Τώρα, ήταν σειρά και για το επικό αριστούργημα του Πίτερ Μπρύγκελ «Ο Χριστός φέρων τον Σταυρό», ή αλλιώς «Ο δρόμος για τον Γολγοθά», να πάρει σάρκα και οστά. Ο πίνακας απεικονίζει τα πάθη του Χριστού, αλλά το θέμα είναι τοποθετημένο στη Φλάνδρα, υπό την σκληρή Ισπανική κυριαρχία το έτος 1564. Στον πίνακα περιλαμβάνονται περίπου 500 ανθρώπινες φιγούρες, που γεμίζουν τον καμβά, που με τα διάφορα επεισόδιά τους, αποπροσανατολίζουν τον θεατή από το κεντρικό θέμα, που είναι ο Χριστός που κρατά στον ώμο του τον Σταυρό και οδεύει προς τον Γολγοθά. Αυτό το στοιχείο είναι σκόπιμα έτσι, σε μια ευφυή σύλληψη από τον ζωγράφο, και τον λόγο μας εξηγεί μέσα στην ταινία, ο ίδιος ο Φλαμανδός δημιουργός, που τον υποδύεται ο διάσημος Ολλανδός ηθοποιός Ρούτγκερ Χάουερ.
Από τους πιο τολμηρούς και εμπνευσμένους σύγχρονους καλλιτέχνες και σκηνοθέτες, ο Lech Majewski καταφέρνει να μεταφράσει τον πίνακα σε κινηματογραφική εικόνα, ώστε να παρακολουθούμε τον πίνακα την ώρα της δημιουργίας του. Ταυτόχρονα, συνδέει τη δημιουργία του πίνακα με τα τραγικά γεγονότα της εποχής, καθώς οι Ισπανοί καταπνίγουν αιματηρά την άνοδο του προτεσταντισμού στις Κάτω Χώρες. Άνθρωποι κατηγορούνταν ως αιρετικοί, σταυρώνονταν, γυναίκες θάβονταν ζωντανές… Εφιαλτικά γεγονότα, τα οποία ζούσε από κοντά ο ζωγράφος, και για τα οποία βρίσκει την ευκαιρία να κάνει ένα σχόλιο στον πίνακά του. Ο Majewski, με κοντινά πλάνα στους ήρωες της ταινίας του, που θυμίζουν Αναγέννηση, δημιουργεί ένα αντίστοιχο του πίνακα.
Σημαντικό ρόλο στην ταινία παίζει και ο μυλωνάς και ο μύλος. Ο μύλος στέκεται πάνω σε ένα βράχο, σε περίοπτη θέση και ο μυλωνάς παρατηρεί από απόσταση τα δρώμενα, σαν ένας άλλος Θεός. Ο ίδιος ο μύλος κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ταινία, είναι σαν ένας «Γαργαντούας», που όλα τα αλέθει, τρίζοντας με τα ξύλινα εξαρτήματά του. Ο μύλος αποτελεί ψηφιακό επίτευγμα και αλλά και αριστοτεχνική ξυλουργική δουλειά. Οι ήχοι που βγάζει όταν αλέθει, αποτελούν σχεδόν κομμάτι από το σάουντρακ της ταινίας, με όλους τους χτύπους και τους θορύβους που κάνει, εντάσσεται στους ήχους της εποχής. Ο ήχος από τα ξύλινα παπούτσια, τις οπλές των αλόγων, τα τσεκούρια των ξυλοκόπων και τα σφυριά, όλα εξυπηρετούν, σπρώχνοντας την αφήγηση παραπέρα, κάνοντας παράλληλα και ένα φιλοσοφικό σχόλιο. Όλα αυτά τα μικρά στοιχεία σπρώχνουν την πλοκή μπροστά και κλιμακώνουν προς την βασική σκηνή πλήθους, τη στιγμή που αυτή «παγώνει» μέσα στον πίνακα του Μπρύγκελ και την οποία ο Majewski αναπαράγει.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας