Δικαστικό σκάνδαλο χαρακτηρίζει την πρωτόδικη καταδίκη του ο Αλ.Γιωτόπουλος
Δικαστικό σκάνδαλο χαρακτήρισε την καταδίκη του ο Αλ.Γιωτόπουλος, ο οποίος αντί να απαντήσει σε ερωτήσεις, στη δίκη σε β βαθμό, διάβασε ένα οκτασέλιδο κείμενο. Ισχυρίστηκε ότι καταδικάστηκε από την αστυνομία μέσω των ΜΜΕ και όχι από τη Δικαιοσύνη, ενώ πρόσθεσε ότι θα προσφύγει στο ΕΔΑΔ.
Δικαστικό σκάνδαλο χαρακτήρισε την καταδίκη του ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ο οποίος αντί να απαντήσει σε ερωτήσεις διάβασε ενώπιον του Πεναταμελούς Εφετείου Αθηνών ένα οκτασέλιδο κείμενο. Πρόσθεσε ότι καταδικάστηκε από την αστυνομία μέσω των μέσων ενημέρωσης και όχι από τη Δικαιοσύνη.
Μεταξύ άλλων ο Αλ.Γιωτόπουλος δήλωσε: «Η καταδίκη μου σε 21 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας, το δίκαιο της απόδειξης και συνιστά δικαστικό σκάνδαλο. Με μια προκλητική αντιστροφή των όρων, το δικαστήριο θεώρησε ότι δεν έχει την υποχρέωση να τεκμηριώσει έστω και μια από τις 21 πράξεις ηθικής αυτουργίας, αλλά ότι είμαι ένοχος, αφού δεν μπόρεσα να αποδείξω κατά τη γνώμη του, την αθωότητά μου».
Ακόμη, υποστήριξε ότι δικάστηκε και καταδικάστηκε σαν αρχηγός, ουσιαστικά από την αστυνομία, μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και όχι από τη Δικαιοσύνη και χαρακτήρισε «κατ επίφαση δίκη» και «δίκη θέατρο» την πρωτοβάθμια δίκη, ενώ χαρακτήρισε «μνημείο αυθαιρεσίας», «αδικοπραγίας» και «θλιβερό συνονθύλευμα από διαστρεβλώσεις, αποσιωπήσεις και συνειδητά ψεύδη» το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης.
Ο κατηγορούμενος, αναφερόμενος στον συγκατηγορούμενό του Πάτροκλο Τσελέντη, ισχυρίστηκε ότι η απολογία του στο δικαστήριο «είναι δόλια και ψευδής, είναι αποτέλεσμα συναλλαγής αυτού που οι Αμερικανοί αποκαλούν deal». Συμπλήρωσε για τον Π.Τσελέντη: «Προσφέρει υπηρεσία στο δικαστήριο, προσθέτοντας ψευδή ενοχοποιητικά στοιχεία κατά Γιωτόπουλου για να καταδικαστεί ως ηθικός αυτουργός, με αντάλλαγμα τη μειωμένη ποινή…».
Για το παρόν δικαστήριο ο Γιωτόπουλος υποστήριξε ότι μοιάζει «σαν δύο σταγόνες του ίδιου υγρού» με το πρωτοβάθμιο, γι αυτό και πιστεύει ότι «όπως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αγνόησε επιδεικτικά όλα μου τα επιχειρήματα, με τα οποία ανασκεύασα όλες τις κατηγορίες εναντίον μου και αποφάσισε για μένα, σα να είχα μείνει άφωνος, το ίδιο θα κάνει και το δευτεροβάθμιο δικαστήριό σας. Δεν έχει άλλη επιλογή για να μου επιβάλει την ποινή που απαιτούν οι επικυρίαρχοι. Είναι αναγκασμένο να βασιστεί στο ψέμα που βοά, στα κατασκευασμένα πειστήρια και τους μύθους περί αρχηγού, καθοδηγητή, ανώτερου πνευματικά και υπόλοιπες αηδίες».
«Γι αυτούς τους λόγους» συνέχισε «δεν πρόκειται να εξαμαρτάνω δις. Αφού θα αγνοήσετε κι εσείς όσα θα πω, δεν πρόκειται να αντικρούσω όσα μου καταλογίζουν, δεν πρόκειται να επαναλάβω όσα υποστήριξα πρωτόδικα».
Επιπλέον υποστήριξε ότι τεκμηρίωση συμμετοχής του σε πράξεις της οργάνωσης δεν υπήρξε και συμπλήρωσε το υπερασπιστικό του επιχείρημα υποστηρίζοντας: «Οργανώσεις σαν τη 17 Νοέμβρη δεν είναι εξωραϊστικά σωματεία, με μέλη που μπαινοβγαίνουν σε αυτά χωρίς συγκεκριμένη δραστηριότητα, αλλά παράνομες οργανώσεις βίαιης και ένοπλης δράσης. Όπως απέδειξε η εμπειρία των άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών, όπου εμφανίστηκαν ανάλογες ολιγομελείς οργανώσεις, τα μέλη είχαν για δραστηριότητά τους αυτήν την ένοπλη δράση ή έστω βοηθητικές πράξεις της. Δεν υπήρχαν μέλη χωρίς τέτοια δραστηριότητα. Συνεπώς είναι οξύμωρο και κωμικό να υποστηρίζεται η άποψη ότι κάποιος ήταν μέλος επί 27 χρόνια, χωρίς να έχει συμμετάσχει έστω σε μια ένοπλη πράξη».
Κλείνοντας είπε: «Μέσα σ αυτό το νομικό πλαίσιο, μη έχοντας τη δυνατότητα να υπερασπιστώ τα δικαιώματά μου, δεν έχω τίποτα να προσθέσω παρά ότι προτίθεμαι να προσφύγω στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για μια σειρά από παραβιάσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ».
Πριν ξεκινήσει ο Αλ.Γιωτόπουλος, απολογήθηκε η Αγγελική Σωτηροπούλου, που πρωτοδίκως είχε αθωωθεί, αλλά δικάζεται και πάλι κατόπιν έφεσης του εισαγγελέα. Η κατηγορουμένη αρνήθηκε για άλλη μια φορά τις σε βάρος της κατηγορίες.