Ο εκκεντρικός τροβαδούρος της σκοτεινής πλευράς της Αμερικής χτυπά την εξώπορτά μας κρατώντας τρία CD ξέχειλα με σπάνιες ή ακυκλοφόρητες πριν ηχογραφήσεις του και μια μισογεμάτη μποτίλια μπέρμπον. Η βραδιά ήδη προμηνύεται συναρπαστική. «Η ίδια μου η φωνή είναι στην πραγματικότητα το μουσικό μου όργανο». -Tom Waits Αρκετοί καταξιωμένοι μουσικοί καταφεύγουν στην κυκλοφορία συλλογών με […]
Ο εκκεντρικός τροβαδούρος της σκοτεινής πλευράς της Αμερικής χτυπά την εξώπορτά μας κρατώντας τρία CD ξέχειλα με σπάνιες ή ακυκλοφόρητες πριν ηχογραφήσεις του και μια μισογεμάτη μποτίλια μπέρμπον. Η βραδιά ήδη προμηνύεται συναρπαστική.
«Η ίδια μου η φωνή είναι στην πραγματικότητα το μουσικό μου όργανο». -Tom Waits
Αρκετοί καταξιωμένοι μουσικοί καταφεύγουν στην κυκλοφορία συλλογών με δεύτερης διαλογής υλικό τους, που προέρχεται από περιστασιακές συνεργασίες, περιφερειακές ενασχολήσεις ή ανολοκλήρωτους πειραματισμούς, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια τονωτική οικονομική ένεση σε περιόδους που η έμπνευση παύει να είναι τακτική στα ραντεβού της μαζί τους. Όχι, όμως, ο Tom Waits. Η δική του συλλογή «με τα σπάνια» ξεχωρίζει στα πάντα. Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Ονομάζει τα τραγούδια του αυτά «ορφανά»· υπονομεύει περιπαικτικά την υπόστασή τους και το ρόλο που διαδραματίζουν, με τον αυτοσαρκαστικό τρόπο που μόνο ένας απόλυτα σίγουρος για τον εαυτό του καλλιτέχνης θα μπορούσε να κάνει. Ας συνεχίσουμε με την ποσότητα. Αν και δώδεκα, δεκαπέντε το πολύ τραγούδια θα ήταν υπεραρκετά για να δικαιολογήσουν την κυκλοφορία μιας συλλογής, ο Waits ξεπερνά κάθε προηγούμενο και μας φιλοδωρεί με 56 ηχογραφήσεις, τριάντα από αυτές νέες αλλά και παλαιότερες, από διάφορα στάδια της καριέρας του, από το 1985 μέχρι σήμερα. Περιλαμβάνονται σε ένα «πακέτο» που πετυχαίνει κάτι πολύ ευρύτερο από το να φωτίσει ορισμένες από τις λιγότερο προβεβλημένες πτυχές του έργου του, καθώς στην ουσία συνοψίζει ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του. Και ας καταλήξουμε στην ποιότητα. Παρά το πολυσυλλεκτικό της προφίλ, η συλλογή περιλαμβάνει τραγούδια που στο σύνολό τους ικανοποιούν χωρίς παραχωρήσεις τα υψηλά όσο και ιδιαίτερα πρότυπα της καλλιτεχνικής δημιουργίας του βοκαλίστα, στιχουργού, μελωδού, ενορχηστρωτή και νεωτεριστή των ήχων, που γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1949 στην Πομόνα της Καλιφόρνια και διαμόρφωσε το ξεχωριστό του στιλ αφομοιώνοντας επιρροές από τους συνθέτες του Μπρόντγουεϊ, τους τραγουδιστές της jazz και τους συγγραφείς της γενιάς beat.
Ένας μύθος και πώς να τον χτίσεις Στις στροφές των δίσκων ο Waits ξεδιπλώνει το ζηλευτό οπλοστάσιο εκφραστικών μέσων, που επί 34 χρόνια αποθησαυρίζει και ζωγραφίζει με λαμπερά ή ζοφερά χρώματα πορτρέτα της ζωής λεπτομερή ή αφαιρετικά, ρεαλιστικά ή ποιητικά, άδολα ή κολασμένα. Αρκετά από τα τραγούδια είναι διασκευές σε κομμάτια των Ramones («The Return Of Jackie And Judy», «Danny Says»), Daniel Johnston («King Kong’), Brecht και Weill («What Keeps Mankind Alive»), Leadbelly («Goodnight Irene») και Sparklehorse («Dog Door»). Όσον αφορά δε στην επιτυχημένη ένταξη των διασκευών αυτών στο δικό του ρεπερτόριο, ο Andy Gill επισημαίνει εύστοχα στο Uncut ότι τα «ξένα» τραγούδια προσαρμόζονται άμεσα στο μουσικό χαρακτήρα του Waits σαν ζώα που οικειοποιούνται τους χρωματισμούς του περιβάλλοντός τους προκειμένου να προστατευτούν. Η ενορχήστρωση δεν είναι λιγότερο εκκεντρική από την ερμηνεία. Το πιάνο, το μπάντζο, οι κιθάρες πλαισιώνονται από ζωηρά πνευστά, πρωτότυπα χειροποίητα όργανα εμπνευσμένα από τον Harry Partch και, ασφαλώς, από το «ανθρώπινο beatbox» (ένα συνονθύλευμα από μουρμουρητά, γρυλίσματα και βογκητά που προέρχονται κατευθείαν από το ταλαιπωρημένο λαρύγγι του Waits). Την παραγωγή του «Orphans» υπογράφει ο ίδιος ο Waits μαζί με τη σύζυγό του και επί πολλά χρόνια στενή συνεργάτιδά του Kathleen Brennan. Συμμετέχουν επίσης δύο από τα παιδιά του (Casey και Sullivan Waits, σε ντραμς και κιθάρα αντίστοιχα). Για την ολοκλήρωση της κυκλοφορίας, την οποία συνοδεύει πολυσέλιδο ένθετο με φωτογραφίες και στίχους, απαιτήθηκε δουλειά τριών ετών.
Καβγατζήδικα, Φωνακλάδικα και Νόθα Ο μουσικός πακτωλός του «Orphans» επιμερίζεται σε τρεις διαφορετικούς δίσκους CD με κριτήριο το ύφος, επιλογή που έχει ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση τριών ανθολογιών με αυτόνομο χαρακτήρα και ιδιαίτερο προφίλ. Ο πρώτος δίσκος με τίτλο «Brawlers» χαρακτηρίζεται από κλίμα ανάλογο με αυτό του «Rain Dogs» (1984). Πηγαία, ταραχώδη blues, ζόρικα boogie, ακόμη και ορμητικό garage rock («Low Down») εναλλάσσονται φορώντας στον Waits το προσωπείο άλλοτε ενός πληγωμένου αγριμιού, άλλοτε ενός περήφανου θηρίου και άλλοτε ενός αλλόκοτου πλάσματος της νύχτας, παραζαλισμένου από το αλκοόλ και τον καπνό. Η μουσική ερμηνεία σπάνια φτάνει πιο κοντά στην απόλυτη θεατρική έκφραση από όσο σε τραγούδια όπως τα «All The Time», «Walk Away» και «Sea Of Love». Στο «Brawlers» συναντάμε και το πιο πολιτικά στρατευμένο τραγούδι του «Orphans», το «Road to Peace», μια δημιουργία αντάξια των καλύτερων στιγμών του Waits. Στο δεύτερο δίσκο με τίτλο «Bawlers» συναντάμε εξομολογητικές μπαλάντες, θλιμμένη country, βαλς, μοιρολόγια μεταμφιεσμένα σε spirituals, εύθραυστα νανουρίσματα, μεθυσμένα μουρμουρητά της μπάρας, πικρούς απολογισμούς της μοναχικής ζωής και του ανεκπλήρωτου έρωτα, αλλά και ύμνους στην αθωότητα και στην άσβεστη ελπίδα. Στην καρδιά του κόσμου αυτού ο Waits αναδύεται σε ρόλο μπαρόβιου φιλόσοφου, μποέμ πρίγκιπα και καταραμένου ποιητή: αιρετικού υμνητή της παρακμιακής νύχτας της αμερικανικής μεγαλούπολης και των αμαρτιών των πλασμάτων που την κατοικούν. Στις πιο υποβλητικές στιγμές του δεύτερου δίσκου συμπεριλαμβάνονται το «Little Drop Of Poison» (από το σάουντρακ του Shrek 2) και η απόδοση του «Goodnight Irene». Τέλος, ο τρίτος δίσκος «Bastards» λειτουργεί ως καταφύγιο για τις πιο αντικομφορμιστικές και ριζοσπαστικές εκφράσεις του καλλιτεχνικού εγώ του Waits. Απαγγελίες Jack Kerouac και Charles Bukowski, μονόλογοι, μια αφήγηση πατέρα προς γιο για τα αυτοκίνητα που κατά καιρούς είχε στην κατοχή του («The Pontiac») και λογής λογής άλλες παραξενιές και πειραματισμοί ήχων και πρόζας βρίσκουν εδώ τον οικείο χώρο τους και μοιάζουν να αφηγούνται από τη σκηνή ενός μεταμοντέρνου καμπαρέ του 21ου αιώνα, σε μια δική τους διάλεκτο, δίχως ωραιοποίηση ή εμπάθεια, τα σκαμπανεβάσματα μιας ανθρώπινης ζωής με εμπειρίες, χίμαιρες, απολαύσεις και διαψεύσεις, οι οποίες θα αρκούσαν για να γεμίσουν ασφυκτικά τις ζωές πολλών άλλων ανθρώπων.
Κατάλογος συνθέσεων: Brawlers Lie to Me, LowDown, 2:19, Fish in the Jailhouse, Bottom of the World, Lucinda, Ain’t Goin’ Down to the Well, Lord I’ve Been Changed, Puttin’ on the Dog, Road to Peace, All the Time, The Return of Jackie and Judy, Walk Away, Sea of Love, Buzz Fledderjohn, Rains on Me. Bawlers Bend Down the Branches, You Can Never Hold Back Spring, Long Way Home, Widow’s Grace, Little Drop of Poison, Shiny Things, World Keeps Turning, Tell It to Me, Never Let Go, Fannin Street, Little Man, It’s Over, If I Have to Go, Goodnight Irene, The Fall of Troy, Take Care of All My Children, Down There by the Train, Danny Says, Jayne’s Blue Wish, Young At Heart. Bastards What Keeps Mankind Alive, Children’s Story, Heigh Ho, Army Ants, Books of Moses, Bone Chain, Two Sisters, First Kiss, Dog Door, Redrum, Nirvana, Home I’ll Never Be, Poor Little Lamb, Altar Boy, The Pontiac, Spidey’s Wild Ride, King Kong, On the Road.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας