Γιος της Κέιτ Κόουλ και του Σαμ Πόρτερ, ο Κόουλ Πόρτερ γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου 1891 και πήρε το όνομά του από τα επίθετα των γονιών του. Αναφέρεται ότι στα δέκα του χρόνια είχε γράψει την πρώτη του σύνθεση, αφιερωμένη στη μητέρα του. Σπουδάζοντας στο Γέιλ άρχισε να γράφει τραγούδια, αλλά και ολόκληρα μιούζικαλ. Ο […]
Γιος της Κέιτ Κόουλ και του Σαμ Πόρτερ, ο Κόουλ Πόρτερ γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου 1891 και πήρε το όνομά του από τα επίθετα των γονιών του. Αναφέρεται ότι στα δέκα του χρόνια είχε γράψει την πρώτη του σύνθεση, αφιερωμένη στη μητέρα του. Σπουδάζοντας στο Γέιλ άρχισε να γράφει τραγούδια, αλλά και ολόκληρα μιούζικαλ. Ο ζάπλουτος παππούς του δεν έβλεπε με καλό μάτι τις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες. Έτσι, τον ανάγκασε να γραφτεί στη νομική σχολή του Χάρβαρντ. Ο Πόρτερ έμεινε εκεί μόνο ένα χρόνο. Με τη «συνενοχή» της μητέρας του μεταπήδησε στη σχολή τεχνών και επιστημών, για να καταλήξει στη Νέα Υόρκη και στο Μπροντγουέι. Οι γνωριμίες από το Γέιλ συνέβαλαν ώστε να αρχίσει την καριέρα του. Το πρώτο του μιούζικαλ είχε τίτλο «See America First». Ανέβηκε το 1916 και υπήρξε παταγώδης αποτυχία. Ένα χρόνο μετά ο Πόρτερ μετακόμισε στο Παρίσι του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις αμερικανικές εφημερίδες άφησε να διαρρεύσει ότι πολεμούσε στο πλευρό των Γάλλων. Στην πραγματικότητα ζούσε κοσμοπολίτικη ζωή στην Πόλη του Φωτός. Συναναστρεφόταν άτομα της υψηλής κοινωνίας και πήγαινε από πάρτι σε πάρτι. Σε μια από εκείνες τις συγκεντρώσεις γνώρισε την Αμερικανίδα ζωντοχήρα Λίντα Λι Τόμας. Η ταινία πιάνει το νήμα της αφήγησης από αυτό ακριβώς το σημείο. Ηλικιωμένος πλέον ο Κόουλ Πόρτερ, καλείται να παρακολουθήσει τις πρόβες μιας μουσικής επιθεώρησης που είναι αφιερωμένη στη ζωή του. Στη σκηνή ξετυλίγονται νούμερα που αναπαριστούν τη γνωριμία του με τη Λίντα Λι, το λευκό γάμο που ακολούθησε, τις ομοφυλοφιλικές του σχέσεις, τις πρώτες του επιτυχίες, τους εκβιασμούς που δέχτηκε σχετικά με την κρυφή του ζωή, το ατύχημα που τον άφησε παράλυτο και τέλος στο θάνατο της συζύγου και μούσας του. Κάθε τόσο ο Πόρτερ επεμβαίνει στη δράση (διορθώνει ανακρίβειες, επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει όσο βλέπει) σε ένα διαρκές πέρασμα από το παρόν στο παρελθόν. Μετά το μελοδραματικό «Ένα Σπίτι, μια Ζωή» («Life as a House», 2001) ο Ίρβιν Γουίνκλερ υπογράφει μια εξίσου συμπαθή, αλλά όλως διόλου «ακαδημαϊκή» ταινία: Τα περάσματα από τη θεατρική σκηνή σε φυσικούς χώρους (και αντίστροφα) δεν είναι ό,τι πιο πρωτότυπο στην ιστορία του σινεμά και τα γεγονότα που παρακολουθούμε είναι λίγο πολύ γνωστά. Εκεί που η ταινία κερδίζει το στοίχημα είναι στα μουσικά μέρη και στην ιδέα που είχαν οι συντελεστές να αναθέσουν την ερμηνεία των τραγουδιών σε καλλιτέχνες της σύγχρονης μουσικής σκηνής. Ρόμπι Γουίλιαμς, Έλβις Κοστέλο, Αλάνις Μόρισετ, Νταϊάνα Κραλ, Νάταλι Κόουλ, Σέριλ Κρόου και ο «δικός» μας Μάριος Φραγκούλης είναι μερικά από τα ονόματα που εμφανίζονται στο έργο, ενώ στις αρετές του φιλμ συγκαταλέγονται τα κοστούμια και η πολύ καλή αναπαράσταση της εποχής. Οι δυο πρωταγωνιστές ήταν υποψήφιοι για Χρυσή Σφαίρα Α΄ Αντρικού και Α΄ Γυναικείου Ρόλου στην κατηγορία Κωμωδία/Μιούζικαλ. Τα ζωντανά χρώματα είναι το δυνατό σημείο της εικόνας στον ευρωπαϊκό δίσκο. Κατά τα άλλα, το αναμορφικό κάδρο διαθέτει μια πολύ καλή, αλλά όχι την κορυφαία υφή και ανάλυση άλλων εκδόσεων της MGM. Η εξακάναλη μπάντα δίνει έμφαση στη μουσική, ενώ υπάρχουν και εφέ με ατμόσφαιρες χώρων. Στα έξτρα, τέλος, συναντάμε μεταξύ άλλων δυο μπάντες με σχόλια και το «κλασικό» παρασκήνιο, είτε με τη μορφή ενός ημίωρου «Making of» είτε με τη μορφή «ανατομία μιας σκηνής».