Το χαμηλό σωματικό βάρος γέννησης ενοχοποιείται για μετέπειτα εκδήλωση διαβήτη
Λονδίνο: Αμερικανοί επιστήμονες ανακάλυψαν τον λόγο που τα χαμηλού σωματικού βάρους γέννησης νεογνά αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη τύπο ΙΙ στη μετέπειτα ζωής τους, σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Diabetes.
Λονδίνο: Αμερικανοί επιστήμονες ανακάλυψαν τον λόγο που τα χαμηλού σωματικού βάρους γέννησης νεογνά αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη τύπο ΙΙ στη μετέπειτα ζωής τους, σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Diabetes.
Ερευνητική ομάδα του Διαβητολογικού Κέντρου Joslin της Βοστόνης με επικεφαλής την Δρ Μέρι-Ελίζαμπεθ Παττι ανακάλυψε ότι η έλλειψη θρεπτικών συστατικών στην μήτρα καταστρέφει βασικά κύτταρα του παγκρέατος, που εκκρίνει ινσουλίνη.
Τα μειωμένα επίπεδα ινσουλίνης σηματοδοτούν την αδυναμία του οργανισμού να ελέγξει τα επίπεδα του σακχάρου του αίματος, αυξάνοντας τον κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη.
Η Δρ Πάττι επικέντρωσε τη μελέτη της σε ποντίκια. Συγκεκριμένα, συνέκρινε τους απογόνους ποντικιών που ετράφησαν φυσιολογικά και άλλων που υποσιτίστηκαν το τελευταίο τρίμηνο της κύησης.
Μετά τον τοκετό, τα νεογνά που είχαν γεννηθεί από μητέρες που είχαν υποσιτιστεί ζύγιζαν 23% λιγότερο. Οι εξετάσεις που έγιναν έδειξαν ότι για τους δυο πρώτους μήνες της ζωής τους όλα τα νεογνά είχαν όμοια επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Αλλά μετά τον τέταρτο μήνα εκείνα που είχαν υποσιτιστεί άρχισαν να έχουν αυξημένα επίπεδα σακχάρου και μετά τη συμπλήρωση του έκτου μήνα είχαν επίπεδα όμοια με εκείνα που αντιστοιχούν στην εκδήλωση του διαβήτη στον άνθρωπο.
Οι επιστήμονες δεν κατέγραψαν διαφορές στο μέγεθος του παγκρέατος ή τον αριθμό των β-κυττάρων του παγκρέατος που παράγουν την ινσουλίνη. Ωστόσο τα κύτταρα ήταν ανίκανα να αυξήσουν την έκκριση της ινσουλίνης ως αντίδραση στην απότομη αύξηση του σακχάρου του αίματος.
Το πρόβλημα φάνηκε να είναι μόνιμο και εξακολουθούσε να υφίσταται ακόμα και όταν τα πειραματόζωα έφτασαν σε ένα φυσιολογικό σωματικό βάρος.
Όπως εξηγεί η Δρ Πάττι «αν δεν γίνεται σωστή παροχή των θρεπτικών συστατικών από τη μητέρα στο έμβρυο, τα παγκρεατικά κύτταρα του τελευταίου θα προγραμματιστούν μη φυσιολογικά. Η επίδραση του γεγονότος αυτού δεν θα διαπιστωθεί άμεσα, αλλά αργότερα στη ζωή του παιδιού, πιθανόν μετά την ενηλικίωση.
Είναι λοιπόν ανάγκη να κατανοήσουμε ότι ο υποσιτισμός ακόμα και κατά την εμβρυϊκή ηλικία θέτει το άτομο σε μονίμως αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη. Επομένως η προγεννητική φροντίδα είναι αναγκαία. Επιπλέον αν κάποιο νεογνό γεννηθεί με χαμηλό σωματικό βάρος θα πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής».