Η περίπτωση του Robert Wyatt είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες, από τις πιο ξεχωριστές στο καλλιτεχνικό στερέωμα της pop και rock μουσικής. Καθηλωμένος από ατύχημα (πτώση από παράθυρο) σε αναπηρική καρέκλα από το 1973, ο Wyatt δεν απομακρύνθηκε από την κοινωνική και καλλιτεχνική ζωή, αλλά μετέτρεψε σε όπλο τους περιορισμούς που του επιβλήθηκαν εξαιτίας […]
Η περίπτωση του Robert Wyatt είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες, από τις πιο ξεχωριστές στο καλλιτεχνικό στερέωμα της pop και rock μουσικής. Καθηλωμένος από ατύχημα (πτώση από παράθυρο) σε αναπηρική καρέκλα από το 1973, ο Wyatt δεν απομακρύνθηκε από την κοινωνική και καλλιτεχνική ζωή, αλλά μετέτρεψε σε όπλο τους περιορισμούς που του επιβλήθηκαν εξαιτίας της αναπηρίας του. Συνέχισε λοιπόν να δημιουργεί μουσική ενδοσκοπική, κριτική, αισθητικά πολυπρισματική και πολιτικά μαχητική με ένα δικό του, απαράμιλλο τρόπο, συνειδητά αποκομμένο από τις επιταγές και τις σειρήνες του «κύριου ρεύματος», του «κοινού γούστου», του αναμενόμενου, του ευρέως αποδεκτού. Την παραγωγή του δεν χαρακτήριζε κανονικότητα στη συχνότητα των δισκογραφικών κυκλοφοριών. Εγκατέλειπε την ησυχία του σπιτιού του στο Λίνκονσιρ της βορειοανατολικής Αγγλίας μόνο όταν είχε κάτι ουσιώδες να πει, γι’ αυτό το μικρό αριθμητικά αλλά αφοσιωμένο ακροατήριό του σε παγκόσμιο επίπεδο ανέμενε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον κάθε νέο του άλμπουμ. Το «Cuckooland» κυκλοφόρησε έξι χρόνια μετά το «Shleep«, την αμέσως προηγούμενη δουλειά του, και δώδεκα χρόνια μετά το «Dondestan». Φιλοξενεί 16 συνθέσεις και τραγούδια, εξαντλώντας τη χρονική διάρκεια που μπορεί να εξυπηρετήσει το φορμά του CD. Τις περισσότερες συνθέσεις τις υπέγραφε ο ίδιος ο Wyatt, ενώ ορισμένες προέκυψαν από τη συνεργασία του με τη σύζυγό του Alfreda (Alfie) Benge, που ασχολούνταν κυρίως με τη ζωγραφική – δικό της έργο είναι το εξώφυλλο του άλμπουμ. Από μουσική άποψη οι διαδρομές καλύπτουν όλη την απόσταση από την jazz μέχρι το waltz, το space-dub και τη samba, με όχημα φωνητικές ακροβασίες, μελωδίες και πολυεπίπεδες avant-garde αναπτύξεις. Τα ντραμς του Wyatt ακούγονται περισσότερο εκφραστικά από ποτέ, η ερμηνεία του στην κορνέτα και την τρομπέτα είναι απολαυστικά εμφατική και οι ήχοι των κίμπορντς πλάθουν ένα πέλαγος από μελαγχολικούς κυματισμούς. Το αμάλγαμα εμπλουτίζεται ακόμη περισσότερο σε ό,τι αφορά τις μουσικές αποχρώσεις από το ταλέντο συνεργατών όπως οι Brian Eno, Dave Gilmour, Phil Manzanera, Paul Weller, η τρομπονίστα Annie Whitehead, ο Ισραηλινός post-bop σαξοφωνίστας και κλαρινετίστας Gilad Atzmon και η Karen Mantler. Η τελευταία είναι η κόρη της Carla Bley και του Michael Mantler, που συμμετέχει στη σύνθεση και στην ερμηνεία τριών τραγουδιών ενώ εμφανίζεται και «μεταμφιεσμένη» στο «Karenotron», ένα είδος «φωνητικού mellotron» που δημιουργείται από sample της φωνής της. Οι στίχοι πραγματεύονται «καυτά» πολιτικά ζητήματα, όπως την τύχη των ορφανών παιδιών από τον πόλεμο του Ιράκ, την εκτόπιση των Τσιγγάνων από την ανατολική Ευρώπη και την τύχη πολιτικών αντρών όπως ο πρώην πρωθυπουργός του Ιράν Mohammad Mossadegh και ο Ισραηλινός επιστήμονας Mordechai Nanunu, που είναι φυλακισμένος από το 1986, όταν αποκάλυψε σε βρετανική εφημερίδα ότι η πατρίδα του κατασκεύαζε κρυφά πυρηνικά όπλα. Μιλώντας στον Andy Gill της Independent, με αφορμή την κυκλοφορία του «Cuckooland», ο Wyatt δήλωσε: «Δεν είμαι ούτε Michael Nyman ούτε Ornette Coleman. Οι επιρροές μου είναι από την pop. Από τεχνική άποψη τόσο μόνο προχωρημένος είμαι, και έχω συνεχώς στο μυαλό μου ότι αυτή η μουσική στην πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει καλύτερη από ό,τι την έπαιξε ο Buddy Holly«. Ίσως, πάλι, και να μπορεί.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας