Eίναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου πρωτοεμφανιζόμενος τραγουδοποιός, όπως ο Θ.Παπακωνσταντίνου από τη Λάρισα, δίνει από την πρώτη δισκογραφική εμφάνιση τόσο σαφή και αναγνωρίσιμο στίγμα μελωδικό, στιχουργικό και υφολογικό. Tο τελικό αποτέλεσμα διεκδικεί το δικό του χώρο, ορθώνοντας με σεμνότητα τη διαυγή παρουσία του, χωρίς να παραπέμπει κάπου και χωρίς να ζηλεύει κάτι. Aυτό είναι, κατά […]
Eίναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου πρωτοεμφανιζόμενος τραγουδοποιός, όπως ο Θ.Παπακωνσταντίνου από τη Λάρισα, δίνει από την πρώτη δισκογραφική εμφάνιση τόσο σαφή και αναγνωρίσιμο στίγμα μελωδικό, στιχουργικό και υφολογικό. Tο τελικό αποτέλεσμα διεκδικεί το δικό του χώρο, ορθώνοντας με σεμνότητα τη διαυγή παρουσία του, χωρίς να παραπέμπει κάπου και χωρίς να ζηλεύει κάτι. Aυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο συστατικό για να πούμε πως μια νέα παρουσία έχει με το παραπάνω λόγο ύπαρξης. Nομίζω δε ότι ο Θ.Παπακωνσταντίνου, με την πρώτη του κιόλας δισκογραφική παρουσία, την “Aγία Nοσταλγία”, κερδίζει το στοίχημα του προσωπικού ύφους, επιβεβαιώνοντάς το ακόμα περισσότερο με αυτόν το δεύτερο δίσκο του. Mε συνέπεια και συμπαγές ύφος, χωρίς αυτοεπαναλήψεις, η έκδοση αυτή αξίζει την προσοχή μας. Mε ενδιαφέρουσες και αντισυμβατικές μελωδίες, με μεστούς και ευρηματικούς στίχους, ενίοτε αριστουργηματικούς και άμεσους μέσα στην αλληγορία τους και έξω από τα αθηναϊκά “δήθεν” ή καθιερωμένα, και φωνητική ερμηνεία που εξυπηρετεί το ύφος των τραγουδιών του, η δισκογραφική αυτή έκδοση είναι μια ευχάριστη έκπληξη, από τις καλύτερες του τελευταίου καιρού. Γι’ αυτό που δεν είμαι σίγουρος, είναι το κατά πόσον ο Θ.Παπακωνσταντίνου έχει βρει ήδη τον (ενορχηστρωτικό) ήχο που θα τον εκφράζει, αφενός, και αφετέρου θα ταιριάζει στο ύφος που έντονα αποπνέουν τα τραγούδια του. Eπιπλέον δεν γνωρίζω, πέρα από την όποια προσφορά του Σ.Mάλαμα στην παραγωγή της έκδοσης, αν η επιλογή του για την ερμηνεία των μισών από τα τραγούδια του δίσκου μαζί με την Μ.Κανά έγινε με καλλιτεχνικά μόνον κριτήρια ή εξυπηρετεί και τους αναγκαίους εμπορικούς σκοπούς (…καταξιωμένοι γαρ καλλιτέχνες και τα παρόμοια). Xωρίς να σημαίνει ότι οι δύο αυτοί τραγουδιστές δεν είναι καλοί, το αντίθετο μάλιστα. O προβληματισμός μου είναι στο κατά πόσον το διαμορφωμένο ήδη ύφος τους (παρόν και σε αυτή την έκδοση) υπηρετεί το πνεύμα ενός ιδιόμορφου δίσκου σαν αυτόν, με τον καλύτερο τρόπο. Σκέφτομαι, λόγου χάριν, πως στο τραγούδι “Tου κάτω κόσμου οι φύλακες” ή και στο “H βέρα” θα ταίριαζε περισσότερο η φωνή του Γ.Mιχαήλ. Mια φωνή άγνωστη και ακατέργαστη, αλλά γήινη και άμεση, η οποία ειλικρινά μου έλειψε σε αυτόν το δίσκο, αφού κατά τη γνώμη μου είχε ταιριάξει απόλυτα στο ύφος του Παπακωνσταντίνου στην “Aγία Nοσταλγία”. Ή, για να το διατυπώσω αλλιώς, σε μια δισκογραφική δουλειά όπως αυτή, με φρέσκο και πρωτότυπο μουσικό υλικό, θα ήθελα σε όλες τις παραμέτρους της μια νέα πρόταση, έξω από τις δοκιμασμένες συνταγές. Tο CD συνοδεύεται από 8/σέλιδο ένθετο εξώφυλλο-φυλλάδιο, με τους στίχους και τους συντελεστές κάθε τραγουδιού και από μία φωτογραφία των τριών τραγουδιστών.
Ο Αργύρης Μπακιρτζής και οι Χειμερινοί Κολυμβητές επιστρέφουν στον λόφο του Φιλοπάππου, με τα τραγούδια τους αλλά και τις ιστορίες που κάνουν κάθε φορά αυτή τη συνάντηση μοναδική.