Την Πρωταπριλιά του 2010 απεβίωσε στην Αθήνα ο Τζαννής Τζαννετάκης, στρατιωτικός και πολιτικός με ανώτερο ήθος και αξιοπρόσεκτη παρουσία στο δημόσιο βίο κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα.
Ο Τζαννετάκης, ο οποίος είχε γεννηθεί στο Γύθειο Λακωνίας στις 13 Σεπτεμβρίου 1927, φοίτησε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων κατά τα έτη 1947-1949 και ακολούθως υπηρέτησε την πατρίδα ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού.
Φοίτησε, επίσης, στη Σχολή Ηλεκτρονικού Πολέμου των ΗΠΑ (1957) και στη Σχολή Πολέμου (1967), ενώ έλαβε πτυχίο κυβερνήτη υποβρυχίων το 1963.
Στις 22 Απριλίου 1967 ο Τζαννετάκης υπέβαλε την παραίτησή του από το Πολεμικό Ναυτικό λόγω της αντίθεσής του προς το δικτατορικό καθεστώς. Τον Ιούλιο του 1969 συνελήφθη και εξορίστηκε στα Κύθηρα, όπου και παρέμεινε εκτοπισμένος κατά το διάστημα 1969-1971.
Από το 1977 έως το 2007 ο Τζαννετάκης εκλεγόταν αδιαλείπτως βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας. Κατά τα έτη 1980-1981 θήτευσε ως υπουργός Δημοσίων Έργων.
Διετέλεσε πρωθυπουργός και ταυτόχρονα υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ ΝΔ και Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου (ΚΚΕ και ΕΑΡ) στο χρονικό διάστημα από τις 2 Ιουλίου έως τις 11 Οκτωβρίου 1989.
Ορόσημο της σύντομης πρωθυπουργικής θητείας του αποτέλεσε το κάψιμο των φακέλων κοινωνικών φρονημάτων, που διατηρούσε έως τη Μεταπολίτευση η Ασφάλεια.
Ο Τζαννής Τζαννετάκης υπήρξε μια ιδιάζουσα περίπτωση, μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα με πολυσχιδές έργο, για την οποία ο σπουδαίος Άγγελος Δεληβορριάς είχε γράψει τα ακόλουθα:
«Αναφέρομαι στον διανοούμενο πνευματικό άνθρωπο, ο οποίος, εκτός από την αρχαιολογία, ενδιαφερόταν εξίσου για την ιστορία και τη λογοτεχνία, τον πολιτισμό, τον ελληνικό παραδοσιακό πολιτισμό πιο συγκεκριμένα, αλλά και τον πολιτισμό γενικότερα».
Μια πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή της όλης δραστηριότητας του Τζαννή Τζαννετάκη, ασφαλώς ελάχιστα γνωστή στους περισσοτέρους, υπήρξε η μετάφραση στην Ελληνική ενός σημαντικού συγγράμματος, της Μάνης του βρετανού Πάτρικ Λη Φέρμορ (1915-2011), που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1972 από τις εκδόσεις «Κέδρος».
Προλογίζοντας την εν λόγω έκδοση, το εξαίρετο οδοιπορικό του γνωστού φιλέλληνα συγγραφέα στη Μάνη, στον κόσμο της και στον πολιτισμό της, ο μεταφραστής έγραφε τα εξής:
«Πριν από ένα χρόνο βρέθηκα απομονωμένος, για κάμποσο καιρό, στα Κύθηρα. Παρ’ όλο που δεν έβλεπα τα βουνά της πατρίδας μου, αισθανόμουνα την παρουσία τους οληώρα. Κάθε πρωί πέφτανε δίπλα στο μώλο τα μανιάτικα ψαράδικα κ’ οι ναυτικοί σκορπίζανε στα καφενεία του χωριού. Ήτανε χάρμα να τους βλέπεις αυτούς τους μαυριδερούς, ξερακιανούς ανθρώπους, αξύριστους, με τα μεγάλα καθαρά τους μάτια να κοιτάζουν πάντα κατ’ ευθείαν το συνομιλητή τους. Αυτοί είναι οι Μανιάτες ναυτικοί, οι χτεσινοί πειρατές, οι σημερινοί ψαράδες. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον και κάτω απ’ τη φανταστική σκιά του Ταΰγετου αισθάνθηκα χρέος να προσφέρω κάτι στον τόπο μου. Έτσι άρχισα να μεταφράζω τη Μάνη του Πάτρικ Λη Φέρμορ. Όσο προχωρούσα, τόσο έβλεπα τις δυσκολίες να πληθαίνουνε, γιατί ο Π. Λ. Φέρμορ συνδυάζει έναν αφάνταστο λεκτικό πλούτο στην έκφρασή του, ένα πολύ ευαίσθητο μάτι για να ερευνά κάθε λεπτομέρεια, μεγάλη φαντασία, αστείρευτη γνώση των ελληνικών πραγμάτων κι ακόμα πρακτικότητα. Η θέση του βρίσκεται ανάμεσα στους πιο μεγάλους σύγχρονους Άγγλους συγγραφείς. Όσο όμως οι ιδιότητες αυτές του συγγραφέα πληθαίνουνε, τόσο δυσχεραίνεται το έργο του μεταφραστή. Αλλά είχα αρχίσει, κι έπρεπε να τελειώσω. Προσπάθησα ν’ αποδώσω περισσότερο το κλίμα και το πνεύμα του βιβλίου κι όχι να κάνω μετάφραση λέξη με λέξη. Αν το πέτυχα δεν ξέρω, μα, οπωσδήποτε, πιστεύω ότι η Μάνη του Π. Λ. Φέρμορ στα ελληνικά θάναι ένα χρήσιμο βιβλίο για κάθε Μανιάτη που θέλει να γνωρίσει την πατρίδα του και για κάθε Έλληνα που θέλει να παρακολουθήσει την πορεία του Ελληνισμού στα δύσκολα χρόνια που πέρασαν».
Από τη δική του πλευρά, ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, σε σημείωμά του για τη μετάφραση, έγραφε τα ακόλουθα:
«Ένα ολότελα καινούριο κεφάλαιο και η προσθήκη υλικού, που δεν περιλήφθηκε στην αγγλική έκδοση, μαζί μ’ αναρίθμητες αλλαγές, διασκευές και διορθώσεις, έκαναν αυτή τη μετάφραση της Μάνης αισθητά πιο μεγάλη απ’ το πρωτότυπό της και, στην πραγματικότητα, ένα νέο βιβλίο. Το νέο αυτό βιβλίο αντικαθιστά τις προηγούμενες εκδόσεις στ’ Αγγλικά και στις άλλες γλώσσες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελληνικής, και είναι η μόνη μετάφραση, απ’ όλες τις ξενόγλωσσες, που έχει την έγκρισή μου και την ευλογία μου.
Οι λόγοι που με παρακινήσανε να μεγαλώσω αυτό το βιβλίο, προσθέτοντας μεταγενέστερες περιγραφές τόπων που δεν είχα επισκεφθεί στο αρχικό ταξίδι, ισχύουν το ίδιο και για τις εικόνες: οι φωτογραφίες αυτού του βιβλίου είναι οι ίδιες που τραβηχτήκανε σ’ εκείνο το αρχικό ταξίδι κι έχουνε στενή σχέση με το κείμενο. Δίνουνε μια περιορισμένη και προσωπική οπτική εντύπωση της Μάνης· όπως και το βιβλίο. Αν περιπλανιόμουνα, φωτογραφικά, πέρα απ’ αυτά τα αυστηρά όρια, ίσως έδινα μια παραπλανητική εντύπωση: ότι το βιβλίο —σαν τον κόκορα με τα φτερά του παγωνιού, του Αισώπου— ήθελε να παραστήσει κάτι διαφορετικό και ίσως πιο σημαντικό — έναν τουριστικό οδηγό, ένα ιστορικό βιβλίο, ένα λεύκωμα του μανιάτικου τοπικισμού, οπωσδήποτε κάτι πέρα απ’ ό,τι αξίζει ή φιλοδοξεί.
Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ
Αισθάνομαι την υποχρέωση να ευχαριστήσω την αρχαιολόγο Βάνα Χατζημιχάλη που, παρόλες τις επιστημονικές της ασχολίες, βρήκε τον καιρό να με βοηθήσει για να λύσω ορισμένες αρχαιολογικές απορίες μου. Θάθελα ακόμα να εκφράσω κι εδώ τις πιο θερμές και ιδιαίτερες ευχαριστίες στο φίλο μου Τζαννή Τζαννετάκη για την απεριόριστη ευγένεια, υπομονή και καλοσύνη, επιτρέποντάς μου, σ’ όλα τα στάδια της προετοιμασίας του βιβλίου, να κάνω υποδείξεις και μικρές αλλαγές. Οι συγγραφείς δεν είναι πάντα τόσο προνομιούχοι —ή τόσο τυχεροί, με τους μεταφραστές τους—, κι όταν λείπει αυτή η διακριτική κι ευαίσθητη συμπεριφορά του μεταφραστή, ο συγγραφέας βρίσκεται στο έλεός του».
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Τζαννής Τζαννετάκης και η σύζυγός του, Μαρία Ραγκούση, συνομιλούν με το γερμανό πολιτικό Βίλι Μπραντ το 1989 (προσωπικό αρχείο Πέτρου και Τόνιας Τζαννετάκη).
Η παράσταση «Η Ευτυχία της Αργιθέας» επιχειρεί να δώσει φωνή σε όσες ζωές έμειναν στο περιθώριο της Ιστορίας, χωρίς εξιδανίκευση και χωρίς διδακτισμό — μόνο με παρουσία.
Από την Πέμπτη 23 Απριλίου, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά κάνει μια βουτιά στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, με το έργο «Tζένη Τζένη - Ένα ηλιόλουστο Ρέκβιεμ»