Η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει όλο και πιο επιθετικά στους χώρους εργασίας, όχι μόνο ως εργαλείο αλλά και ως υποψήφιος αντικαταστάτης. Όλα φαίνονται να εξελίσσονται τόσο ραγδαία που οι φόβοι ότι οι εργαζόμενοι δεν θα προλάβουν να προσαρμοστούν πληθαίνουν. Σε αυτό συντείνουν και τα δραματικά σενάρια που προωθούνται κατά καιρούς από CEOs των big tech και αναλυτές, οι οποίοι κάνουν λόγο για εξάλειψη των «λευκών κολάρων» ακόμα και μέσα σε ενάμιση χρόνο.

Η Κρίστι «εκπαίδευε» συστήματα χωρίς να ξέρει ότι επρόκειτο για πρόγραμμα AI που οδηγούσε σε μείωση της αμοιβής της

Στον αντίποδα, υπάρχουν επενδυτές όπως ο αμερικανός δισεκατομμυριούχος και επενδυτής, Μαρκ Κιούμπαν, που συνιστά ψυχραιμία. Όπως υπογράμμισε προσφάτως, με αφορμή ένα viral απόσπασμα από το podcast All-In όσον αφορά στο πραγματικό κόστος χρήσης AI agents για την ενίσχυση της παραγωγικότητας, η AI δεν απειλεί το ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό διότι «δεν βγαίνει» οικονομικά ως καθολικός αντικαταστάτης ανθρώπινης εργασίας.

Στο υψηλό κόστος, όπως λέει, έρχεται να προστεθεί και η ανάγκη για ανθρώπινα χαρακτηριστικά, όπως η ανάληψη ευθύνης. Αυτοί ακριβώς οι παράγοντες, που δεν ποσοτικοποιούνται, αποτελούν κρίσιμους φραγμούς που προσώρας δεν επιτρέπουν την πλήρη αντικατάσταση των ανθρώπων από μηχανές. Αυτή την «αισιόδοξη» οπτική συμμερίζονται και αρκετοί εργαζόμενοι, που αναγνωρίζουν τις δυνατότητες της τεχνολογίας και επιμένουν ότι η AI δεν μπορεί να τους αντικαταστήσει.

Ωστόσο, πολλοί συνάδελφοί τους που έχουν κληθεί να «εκπαιδεύσουν» συστήματα AI στο πλαίσιο της αναβάθμισης της επιχείρησης βλέπουν την ανθρώπινη εργασία να απαξιώνεται, με τις αμοιβές να μειώνονται, την ποιότητα να υποχωρεί και την επαγγελματική ασφάλεια να κλονίζεται. Η πρόσφατη ανάλυση του International Monetary Fund έρχεται να τους επιβεβαιώσει.

Όπως διαπίστωσε, η AI θα επηρεάσει περίπου το 40% των θέσεων εργασίας παγκοσμίως. «Είναι σαν ένα τσουνάμι που χτυπά την αγορά εργασίας» έχει δηλώσει σχετικά η επικεφαλής του οργανισμού, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα.

Σκάβοντας τον ψηφιακό σου τάφο

Εργαζόμενοι που έχουν εκπαιδεύσει μοντέλα AI για να αντικαταστήσουν μέρος ή το σύνολο του ρόλου τους μιλούν στον Guardian για τις εμπειρίες τους. «Το να δουλεύεις για μια εταιρεία και να σου ζητούν να εκπαιδεύσεις τον ρομποτικό αντικαταστάτη σου μοιάζει σαν να σκάβεις τον ίδιο σου τον ψηφιακό τάφο», λέει χαρακτηριστικά ο 50χρονος Τζο, από το Μιλγουόκι, βραβευμένος συντάκτης διαφημιστικού περιεχομένου και content manager.

Στην εταιρεία στην οποία εργαζόταν άρχισε να εξερευνά την AI ως εργαλείο παραγωγικότητας στις αρχές του 2024, αλλά τον διαβεβαίωσαν ότι η δουλειά του ήταν ασφαλής. «Θα έπρεπε να είχα καταλάβει τι ερχόταν όταν μου ζήτησαν να περάσω το πρώτο εξάμηνο του 2025 χτίζοντας εκτενή ‘workflows διαδικασιών AI’ και ‘τεκμηρίωση βέλτιστων πρακτικών’. Μέσα στην αφέλειά μου, πίστευα ότι θα διαχειριζόμουν το σύστημα και θα επέβλεπα αυτές τις διαδικασίες».

«Μπορώ να βρω άλλη δουλειά ως συντάκτης ή έτσι κοιτάζω προς ακόμα μία απόλυση στα 55;» αναρωτιέται ο Τζο

Ωστόσο, τον Αύγουστο του 2025, δύο εβδομάδες αφότου παρέδωσε την τεκμηρίωση, ο Τζο απολύθηκε. «Ισχυρίστηκαν ότι η απόφαση δεν είχε καμία σχέση με τη δουλειά ή την απόδοσή μου. Αντιθέτως, επικαλέστηκαν τις ‘συνθήκες της αγοράς’. Κάποιο μέρος αυτού ήταν σίγουρα αληθινό, αλλά ο συγχρονισμός ήταν αναμφίβολα ύποπτος», δηλώνει ο ίδιος.

Πλέον σκέφτεται να στραφεί επαγγελματικά προς τις πωλήσεις, αλλά παραδέχεται ότι δεν είναι εύκολο. «Δεν θα έλεγα απαραίτητα ότι η AI με έβγαλε 100% εκτός της επαγγελματικής μου πορείας, αλλά στα 50 μου χρόνια, με την απειλή της τεχνητής νοημοσύνης να πλανάται συνεχώς, σκέφτομαι: Μπορώ να βρω άλλη δουλειά ως συντάκτης ή έτσι κοιτάζω προς ακόμα μία απόλυση στα 55;».

Σε παραπλήσιο τομέα εργάζεται η 55χρονη Κρίστι από το Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία επιμελείται επιστημονικές εργασίες για ακαδημαϊκούς των οποίων η μητρική γλώσσα δεν είναι τα αγγλικά.

Όπως λέει, τώρα πληρώνεται λιγότερο και δουλεύει περισσότερο διορθώνοντας τα λάθη επιμελητών AI. Όταν της ζητήθηκε να συμμετάσχει σε ένα πρότζεκτ εκπαίδευσης νέων «βοηθών επιμελητών», δεν γνώριζε ότι επρόκειτο για πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης που τελικά θα οδηγούσε σε μείωση της αμοιβής της. «Υπήρχε τεράστια έλλειψη καταρτισμένων επιμελητών, οπότε υπέθεσα ότι εκπαίδευαν περισσότερους ανθρώπους για να μοιραστεί ο φόρτος», λέει η ίδια.

Στη συνέχεια, της ζήτησαν να επιμελείται τη δουλειά των βοηθών, οι οποίοι – όπως λέει – έκαναν περίεργα λάθη όπως να βάζουν περιττές τελείες ή να αλλάζουν τα ονόματα χωρών με λέξεις που δεν έβγαζαν νόημα. Τα λάθη κάποιες φορές γίνονταν χειρότερα, έως ότου έμαθε ποιοι ήταν στην πραγματικότητα «οι επιμελητές».

Η εταιρεία παραδέχτηκε ότι επρόκειτο για σύστημα AI και ενημέρωσε τους εργαζομένους ότι οι δουλειές θα περνούσαν πρώτα από αυτό και οι αμοιβές θα μειώνονταν. «Έτσι τώρα βγάζω λιγότερα χρήματα διορθώνοντας τα λάθη μιας AI, κάτι που μου παίρνει περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι αν έκανα επιμέλεια στο κείμενο από την αρχή, αλλά υπάρχει αυτή η νοοτροπία στην εταιρεία ότι πρέπει να εφαρμόσουν την AI» εξηγεί η Κρίστι, προσθέτοντας ότι νιώθει «απαξιωμένη, προδομένη και εξοργισμένη».

Η ίδια μιλάει για έναν τοξικό κύκλο στον οποίο είναι παγιδευμένη, γιατί πρέπει να φάει και να πληρώσει το ενοίκιό της, αν και πολλοί συνάδελφοί της έχουν ήδη παραιτηθεί.

Η δυσκολία του chatbot με την προφορά ονομάτων

Ο 51χρονος Μαρκ Τόμπερτ είναι σύμβουλος παρηγορητικής φροντίδας και καθηγητής, ο οποίος ενθουσιάστηκε όταν του ζήτησαν να συμμετάσχει σε ένα πιλοτικό πρότζεκτ chatbot, με στόχο να διερευνηθεί πώς η τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει ασθενείς να διαχειριστούν την πολυπλοκότητα του μεταστατικού καρκίνου.

Ο Τόμπερτ εργάζεται στο Velindre University NHS Trust στο Κάρντιφ και, στο πλαίσιο του πρότζεκτ, ηχογραφήθηκε για «αρκετές ώρες» προκειμένου να τροφοδοτήσει το chatbot – με το όνομα Rita – με κατευθυντήριες οδηγίες που συνήθως καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η επικοινωνία με τους ασθενείς.

Το chatbot απευθυνόταν κυρίως σε ασθενείς στο σπίτι που μπορεί να είχαν κάποια απορία, για παράδειγμα σχετικά με τη φαρμακευτική τους αγωγή, εκτός ωραρίου. Ήταν «σωστό περίπου στο 50%, με τρόπο παρόμοιο με το πώς θα απαντούσα εγώ», λέει ο Τόμπερτ, «αλλά δυσκολευόταν με τις ιδιαιτερότητες της ανθρώπινης προφοράς και τα ανθρώπινα λάθη».

Με απλά λόγια, δεν μπορούσε να επεξεργαστεί όπως ένας άνθρωπος τα λάθη των ασθενών, οι οποίοι δεν χρησιμοποιούν πάντα τέλεια αγγλικά και μερικές φορές λένε λάθος ονόματα φαρμάκων – για παράδειγμα μπορεί να πουν morphium αντί για morphine. Επίσης, επειδή οι άνθρωποι διατύπωναν τις ερωτήσεις τους με πολύ διαφορετικό τρόπο, έπρεπε να μάθει να διαχειρίζεται ανορθογραφίες, διαλέκτους, ιδιωματισμούς, παραλλαγές και προφορές.

«Οι μεταγενέστερες προσαρμογές έκαναν το σύστημα ασφαλέστερο, αλλά έπρεπε επίσης να εξετάσουμε πώς θα αντιδρούσε το chatbot αν ένας ασθενής πληκτρολογούσε μια πιο ανησυχητική ερώτηση, όπως για παράδειγμα πώς να βάλει τέλος στη ζωή του», σημειώνει ο Τόμπερτ.

Εν τέλει η Rita χρησιμοποιήθηκε για ένα διάστημα «με πολλές επιφυλάξεις και προειδοποιήσεις», πριν διακοπεί η χρηματοδότηση. Και παρότι ο Τόμπερτ δηλώνει ανοιχτός στο να «αγκαλιάσει τις νέες τεχνολογίες», δεν θεωρεί ότι ο ρόλος του απειλείται από την AI επειδή μεγάλο μέρος της δουλειάς του βασίζεται στις λεπτές αποχρώσεις της γλώσσας, στη γλώσσα του σώματος, στις εκφράσεις του προσώπου και στο να βρίσκεσαι στον ίδιο χώρο.

Χαμένοι στη μετάφραση

Η μετάφραση είναι ένα άλλο πεδίο στο οποίο τα συστήματα AI θεωρούνται όλο και περισσότερο ότι θα λύσουν τα χέρια μας. Οι ειδικοί, ωστόσο, έχουν άλλη άποψη καθώς εκτιμούν ότι το συνολικό αποτέλεσμα είναι η υποβάθμιση της ποιότητας. Το ερώτημα εδώ είναι κατά πόσο αυτό εξακολουθεί να ενδιαφέρει τους αποδέκτες του προϊόντος όπως παλιά.

Ο 45χρονος Φίλιπ που ζει στο Νιου Τζέρσεϊ λέει ότι τέσσερα χρόνια αφότου του ζήτησαν να εκπαιδεύσει τέτοια συστήματα, οι μηχανές μετάφρασης AI παραμένουν αναξιόπιστες. Οι προϊστάμενοι «θέλουν να μας αντικαταστήσουν με αυτές επειδή κοστίζουν λιγότερο», σημειώνει, αλλά ειδικά στην αρχή «τα αποτελέσματα ήταν αναπόφευκτα γελοία».

Από τότε, οι μηχανές μετάφρασης έχουν βελτιωθεί «καθώς διορθώναμε τα προγράμματα, ωστόσο, πέρα από το ότι παράγουν συχνά τυποποιημένα αποτελέσματα, εξακολουθούν να είναι ανακριβή. Έτσι, πρέπει να ελέγχουμε κάθε μετάφραση που παράγει η AI λέξη προς λέξη και να τη διορθώνουμε όπου χρειάζεται» εξηγεί ο ίδιος.

Ο Φίλιπ διαφωνεί επίσης ότι με τις μηχανές μετάφρασης κερδίζουμε χρόνο. «Αν χρειάζεσαι απλώς μια γενική ιδέα του τι λέγεται, τότε συνήθως η AI είναι εντάξει, αλλά το πρόβλημα εξακολουθεί να είναι η αναξιοπιστία της, διότι κάποιες φορές θα συναντήσεις πράγματα που είναι απλώς εντελώς λάθος». Όσο για τη στιγμή που η AI πιθανόν να τον αντικαταστήσει, ο ίδιος δεν φαίνεται να ανησυχεί. «Αιωρείται πάνω από τα κεφάλια μας εδώ και χρόνια, αλλά δεν έχουμε φτάσει ακόμη εκεί», λέει χαρακτηριστικά.