Το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) δεν αποτελεί πλέον μια συμπληρωματική επιλογή για την Ευρώπη, αλλά διαμορφώνεται σε βασικό πυλώνα της νέας ενεργειακής της στρατηγικής. Μετά τη… ρήξη των παραδοσιακών ροών από τη Ρωσία, η Ουάσιγκτον επιταχύνει τη γεωοικονομική της διείσδυση στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, αξιοποιώντας την αυξημένη παραγωγική δυναμικότητα και την πολιτική βούληση για διατλαντική σύμπλευση.

Η στρατηγική αυτή αποτυπώνεται στις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται σε θεσμικό και επιχειρηματικό επίπεδο στην αμερικανική πρωτεύουσα από χθες, οπότε ξεκίνησε η υπουργική σύνοδος που διοργανώθηκε στην Ουάσιγκτον από τον Λευκό Οίκο και το Εθνικό Συμβούλιο Ενεργειακής Κυριαρχίας των ΗΠΑ.

Η  διατλαντική ενεργειακή συνεργασία περνά πλέον σε νέα φάση, με αιχμή τις υποδομές LNG και τη δημιουργία αξιόπιστων διαδρόμων τροφοδοσίας προς την Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Στο νέο τοπίο, χώρες  όπως η Ελλάδα αποκτούν αναβαθμισμένο ρόλο ως κόμβοι εισόδου και αναδιανομής αμερικανικού LNG προς τις αγορές της περιφέρειας.

Τέσσερις συμφωνίες από την Atlantic SEE

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι νέες μακροχρόνιες συμφωνίες πώλησης αμερικανικού LNG με τέσσερις χώρες που εξασφάλισε η Atlantic SEE LNG Trade, η κοινοπραξία του Ομίλου AKTOR (60%) και της ΔΕΠΑ Εμπορίας (40%), στο πλαίσιο της υπουργικής συνόδου στην Ουάσιγκτον.

Έτσι, η εταιρεία θα λειτουργήσει ως εμπορικός βραχίονας για τη διοχέτευση αμερικανικού LNG  στις αγορές του λεγόμενου Κάθετου Ενεργειακού Διαδρόμου, συνδέοντας τις υποδομές της Ελλάδας με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία, αλλά και ευρύτερα τα Δυτικά Βαλκάνια.

Η χθεσινή υπογραφή των νέων μακροχρόνιων συμφωνιών αποτελεί κομμάτι ενός παζλ που διαμορφώνει τη νέα γεωοικονομική αρχιτεκτονική στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη

Είχε προηγηθεί άλλωστε στα τέλη Ιανουαρίου η υπογραφή της πρώτης συμφωνίας πώλησης αμερικανικού  LNG στην Ουκρανία, με προμηθευτή την BP και αγοραστή την ουκρανική Naftogaz, σηματοδοτώντας την έναρξη της εμπορικής δραστηριότητας της Atlantic SEE στην περιφερειακή αγορά φυσικού αερίου.

Οι νέες συμφωνίες που υπεγράφησαν στην Ουάσιγκτον αφορούν τέσσερις χώρες-κλειδιά της περιφέρειας και διασφαλίζουν σταθερές ποσότητες LNG σε πολυετή ορίζοντα.

Συγκεκριμένα, η Atlantic SEE LNG Trade υπέγραψε χθες με το  Υπουργείο Υποδομών και Ενέργειας της Αλβανίας, τη   δημόσια εταιρεία BULGARGAZ της Βουλγαρίας, την  Aluminij Industries και την M.T. Abraham group της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης καθώς και τη Naftogaz της Ουκρανίας.  Στην σύνοδο, την Atlantic SEE LNG Trade εκπροσώπησε ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας (και επικεφαλής του Ομίλου AKTOR), κ. Αλέξανδρος Εξάρχου.

Η χθεσινή υπογραφή  των νέων μακροχρόνιων συμφωνιών  αποτελεί κομμάτι ενός παζλ που διαμορφώνει τη νέα γεωοικονομική αρχιτεκτονική στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Μάλιστα, σήμερα το πρωί υπογράφτηκε άλλη συμφωνία μεταξύ της Metlen και της Shell.

Πολιτικό πλαίσιο και στρατηγική κατεύθυνση

Και αν οι επιχειρηματικές κινήσεις δίνουν τον τόνο, η πολιτικές καθορίζουν το πλαίσιο και τη δομή. Και οι  εκπρόσωποι 13 ευρωπαϊκών κυβερνήσεων – από την Ελλάδα και την Πολωνία έως τη Λιθουανία και την Ουκρανία – μαζί με εκείνους των ΗΠΑ, διατύπωσαν χθες μια σαφή κατεύθυνση: διαφοροποίηση στον εφοδιασμό  χωρίς προηγούμενες εξαρτήσεις και αύξηση της διαφάνειας στην αγορά αερίου.

Η κοινή δήλωση που υπέγραψαν δεν επιβάλλει ποσοτικές υποχρεώσεις. Ωστόσο, θέτει τις βάσεις για ένα περιβάλλον όπου οι αγορές φυσικού αερίου θα λειτουργούν με αυξημένη ρευστότητα και λιγότερα ρυθμιστικά εμπόδια. Παράλληλα, προβλέπει κινητοποίηση δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων για νέες ή αναβαθμισμένες υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) σε χώρες όπως η Κροατία, η Ελλάδα, η Λιθουανία και η Πολωνία.

Με τον τρόπο αυτό, η πολιτική διακήρυξη λειτουργεί ως «ομπρέλα» κάτω από την οποία μπορούν να αναπτυχθούν διμερείς και πολυμερείς εμπορικές συμφωνίες. Κομβικό σημείο αποτελεί και η σημασία που δίδεται στην ένταξη των ουκρανικών αποθηκών φυσικού αερίου στην ευρύτερη περιφερειακή αγορά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική παρέμβαση είχε σαφές στίγμα. Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ.  Σταύρος Παπασταύρου από το βήμα της συνόδου στην Ουάσιγκτον ανέδειξε τον Κάθετο Διάδρομο ως στρατηγική επιλογή που μετατρέπει τη γεωγραφική θέση της χώρας σε εργαλείο ισχύος.

Η αναφορά του στη μετατροπή της «γεωγραφίας σε γεωπολιτική δύναμη» συνδέεται άμεσα με τις επενδύσεις σε FSRU, διασυνδέσεις και τις εμπορικές συμφωνίες LNG, ώστε η Ελλάδα να μην αποτελεί απλώς χώρα διέλευσης, αλλά κρίσιμο κόμβο που επηρεάζει τις ροές προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ανταγωνισμός διαδρομών, υποδομών και τιμών στη ΝΑ Ευρώπη

Ωστόσο, η ίδια σύνοδος ανέδειξε ότι ρόλο πύλης δεν διεκδικεί μόνο η Ελλάδα, αλλά επίσης η Πολωνία και η Λιθουανία, οι οποίες προσφέρουν και χαμηλότερες τιμές. Η πρώτη ήδη επενδύει σε νέες υποδομές αερίου με ένα ακόμη FSRU στο Γκντανσκ, στα βόρεια της χώρας τις ακτές της Βαλτικής Θάλασσας, ενισχύοντας περαιτέρω τις διασυνδέσεις της προς την Κεντρική Ευρώπη. Η Λιθουανία πάλι, διά στόματος του υπουργού Ενέργειας της χώρας κ. Ζιγκίμαντας Βαϊτσιούνας πρότεινε ενδυνάμωση της βαλτικής διαδρομής για μεταφορά αερίου.

Oι συζητήσεις στην Ουάσιγκτον υπερβαίνουν τα στενά όρια του φυσικού αερίου και διαχέονται σε κάθε κρίκο της παραγωγικής και επενδυτικής διαδικασίας

Όσο για τη Γερμανία, ήδη συμφώνησε μέσω του τερματικού της Deutsche ReGas, να διοχετεύει φορτία που προμηθεύει η TotalEnergies προς την Ουκρανία (μέσω Πολωνίας), βάσει συμφωνίας με την  κρατική ουκρανική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου  Naftogaz.

Έτσι, οι διάδρομοι πολλαπλασιάζονται. Και όσο αυξάνονται οι επιλογές, τόσο πιο κρίσιμη γίνεται η ανταγωνιστικότητα σε επίπεδο τιμών, τελών διέλευσης και ταχύτητας υλοποίησης υποδομών.  Πάντως, ήδη τον Ιανουάριο οι ευρωπαϊκές εισαγωγές LNG από τις Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσώπευαν  σχεδόν το 60% των συνολικών εξαγωγών αμερικανικού LNG.

Από το LNG στη ναυπηγική και την ψηφιακή οικονομία

Σε κάθε περίπτωση οι συζητήσεις στην Ουάσιγκτον υπερβαίνουν τα στενά όρια του φυσικού αερίου και διαχέονται σε κάθε κρίκο της παραγωγικής και επενδυτικής διαδικασίας. Η αναμενόμενη για σήμερα υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της ONEX Shipyards and Technologies που διαχειρίζεται τα ναυπηγεία της Ελευσίνας και της  νοτιοκορεάτικης Hanwha Power Systems  δείχνει ότι η ναυπηγική βιομηχανία εντάσσεται στο ίδιο στρατηγικό αφήγημα. Χωρίς πλοία LNG και πλωτές μονάδες FSRU, καμία χώρα δεν μπορεί να διεκδικήσει μακροπρόθεσμο ρόλο ενεργειακού κόμβου.

Επίσης πληροφορίες   δημιουργούν προσδοκίες και για άλλες συμφωνίες  τις επόμενες ώρες και μένει να επιβεβαιωθούν.   Στο ίδιο πεδίο κινείται και η συζήτηση περί αμερικανικής χρηματοδότησης για το δεύτερο FSRU στη Θράκη της Gastrade.

Παράλληλα, στη σύνοδο βρίσκεται και ο διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ κ. Γιώργος Στάσσης ο οποίος έχει προγραμματίσει επαφές με hyperscalers, για το Mega Data Center ισχύος 300 MW (με δυνατότητα επέκτασης σε Giga Data Center ισχύος 1.000 MW). Κι αυτό διότι  για να προχωρήσει η επένδυση θα πρέπει να έχει προηγηθεί η υπογραφή δεσμευτικής συμφωνίας.

Η πολιτική «ομπρέλα» της διατλαντικής ενεργειακής συνεργασίας

Στη σύνοδο,  υπό την προεδρία του Υπουργού Εσωτερικών και Επικεφαλής του Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας των ΗΠΑ  κ. Νταγκ Μπέργκαμ   και του Υπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ  κ. Κρις Ράιτ, συμμετέχουν εκπρόσωποι 22 κυβερνήσεων, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της ΕΕ και περίπου  50 εταιρειών (Chevron, ExxonMobil, Cheniere Energy, Berkshire Hathaway, Glencore, ConocoPhillips ,  S&P Global, Shell USA, Siemens Energy, Woodside Energy Group κ.ά.) από 13 χώρες καταδεικνύοντας το μεγάλο ενδιαφέρον.  Το «παρών» δίνουν επίσης, αντιπροσωπείες Διαχειριστών (TSOs) από τις Bulgartransgaz, TotalEnergies, Orlen, Transgaz.

Πηγή: ΟΤ