Αυτοί οι λεβέντες της Καισαριανής, αυτοί οι 200 κομμουνιστές που στάθηκαν μπροστά από τις ναζιστικές κάννες χωρίς φόβο, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στις φωτογραφίες που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, ζωντανεύουν μέσα από μαρτυρίες και λόγια συγγενών τους.

Τη δική του μαρτυρία μοιράζεται στο Live News του MEGA «ο φωτορεπόρτερ του Πολυτεχνείου», Αριστοτέλης Σαρρηκώστας.

«Τότε ήμουν 8-9 ετών και όπως γνωρίζετε η κατοχή στην Αθήνα ήταν τρομερή. Οι άνθρωποι πέθαιναν στο δρόμο και καροτσάκι του δήμου τους έπαιρνε και τους πήγαινε στο κοιμητήριο Καισαριανής και τους έθαβαν σε ομαδικούς λάκκους», περιέγραψε ο κ. Σαρρηκώστας.

«Εμείς ήμασταν μια οικογένεια με έξι παιδιά, ο πατέρας μου είχε πεθάνει το ‘41 και η μητέρα μου, αυτή η ηρωίδα που ήταν μητέρα και πατέρας μαζί, προσπαθούσε να μας κρατήσει μία μέρα ζωντανούς, δηλαδή να δούμε το φως και της άλλης ημέρας. Εκείνο που μας έσωσε, να το πω με όλη μου την ειλικρίνεια, ήταν ο Ερυθρός Σταυρός ο οποίος στο σχολείο του Ελευθερίου Βενιζέλου ψηλά στην Καισαριανή, κάθε πρωινό μας είχε και πίναμε ένα ποτήρι γάλα σκόνη αλλά ήταν ζεστό και το μεσημέρι ως επί το πλείστον σούπες και ψάχναμε να βρούμε το φασόλι. Πηγαίναμε κάθε μέρα εκεί μιας και δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Δουλειές δεν είχαμε. Δουλειά είχαν μόνο οι μαυραγορίτες και καταδότες», συμπλήρωσε.

«Συνήθιζα να περνάω από το σπίτι της θείας μου -αδερφή της μητέρας μου- και έπαιρνα τα δύο παιδιά, τον Βαγγέλη και την Ελένη, 6 και 7 ετών. Πιανόμασταν χέρι χέρι και ανεβαίναμε τη λεωφόρο Καισαριανής που τότε ήταν Βασιλέως Κωνσταντίνου και πηγαίναμε στο σχολείο και κάναμε αυτό που σας είπα, τρώγαμε πρωί μεσημέρι και γυρίζαμε σπίτι», συνέχισε.

«Την 1η Μαΐου 1944 ακολουθήσαμε τον ίδιο δρόμο. Δεξιά και αριστερά και στους δύο δρόμους οι Γερμανοί είχαν στήσει πολυβόλα-μυδράλια και δεν επέτρεπαν σε κανέναν να περάσει. Αλλά εμάς τα παιδιά μας είχαν μάθει και άφηναν να περάσουμε ελεύθερα. Πολλές φορές προσπαθούσαν να μας δώσουν κάτι σοκολάτες από την τσέπη τους, τις οποίες εγώ ποτέ δεν πήρα. Φτάσαμε στο σχολείο, ήπιαμε το γάλα μας και ξαφνικά έρχονται οι υπεύθυνοι του Ερυθρού Σταυρού και μας λένε “πρέπει να επιστρέψετε σύντομα στα σπίτια σας”. Κάτι είχαν μάθει και δεν θέλανε να πέσουμε πάνω σε οδομαχίες στην Καισαριανή. Οπότε μας έδωσαν εκείνο που είχαν ετοιμάσει για το μεσημέρι και πήραμε τον κατήφορο μαζί με τα ξαδέρφια να πάμε σπίτι και περάσαμε πάλι από το κέντρο της Καισαριανής εκεί που ήταν η εκκλησία της Παναγίτσας. Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε τραγούδια βλέποντας 7-8 καμιόνια», υπογράμμισε.

Στη συνέχεια προβλήθηκε μια φωτογραφία που είχε μπει σε δημοπρασία στο ebay,με τον κ. Σαρρηκώστα να λέει: «Ακριβώς, ακριβώς και σαν να τη βλέπω και τώρα. Μπορώ να ξεχνάμε τι φάγαμε εχθές αλλά μερικά πράγματα παραμένουν τυπωμένα στο μυαλό του ανθρώπου και δεν ξεχνιούνται ποτέ».

«Περνώντας τα καμιόνια αυτά προς το Σκοπευτήριο, οι άνθρωποι τραγουδούσαν. Και προς τα τελευταία καμιόνια τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο. Εμείς δεν ξέραμε ούτε ποιοι ήταν, ούτε πού πήγαιναν. Αυτό έγινε το πρωί», όπως είπε.

«Το είδα, το άκουσα αλλά δεν ήξερα ποιοι ήταν οι άνθρωποι και πού τους πήγαιναν. Όταν μας έδιωξαν από το σχολείο παραδόξως, στο ίδιο σημείο μπροστά από την εκκλησία της Παναγίτσας μετά από 2-2,5 ώρες είδαμε τα ίδια καμιόνια να κατεβαίνουν προς τα κάτω, προς το κέντρο της Αθήνας. Εκείνο που πρόσεξα και μου έκανε εντύπωση, πίσω από αυτά τα φορτηγά έσταζε αίμα. Δηλαδή έβλεπα επάνω στην άσφαλτο αίμα, έσταζαν σταγόνες από όλα τα καμιόνια και αυτό μου έκανε εντύπωση. Μάλιστα το είπα και στα ξαδέρφια μου “κοιτάξτε τι γίνετε εδώ στάζει αίμα”. Όταν έφτασα στο σπίτι και το είπα στη μητέρα μου θυμάμαι τα λόγια της “αχ παιδάκι μου δεν έπρεπε να βλέπεις τέτοια πράγματα”. Και όμως έβλεπα και είδα ακόμα χειρότερα τα οποία έζησα στο χειρότερο πόλεμο που είχαμε μεταξύ μας, τον εμφύλιο», κατέληξε ο κ. Σαρρηκώστας.

Ο γνωστός ηθοποιός Γιάννης Βόγλης έζησε σε τρυφερή ηλικία τη ναζιστική βαρβαρότητα εκείνης της ματωμένης ημέρας. Η περιγραφή του καθηλώνει:

«Θα πω μία πραγματική ιστορία. Μικρός μεγάλωσα στον Βύρωνα, σε ένα ύψωμα. Εκεί ακούγαμε κάθε μέρα τα μυδράλια από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής και από τις ριπές υπολογίζαμε περίπου πόσες ήταν οι εκτελέσεις. Την Κυριακή την 1η του Μάη του 1944, έγινε η μεγάλη εκτέλεση των 200. Αυτή η εκτέλεση κράτησε σχεδόν ολόκληρη την ημέρα. Όλος ο κόσμος ήταν στις πόρτες και στα παράθυρα. Νεκρική σιγή. Δεν μιλούσε κανείς», περιγράφει.

«Κάποτε τα μυδράλια σταμάτησαν. Προς στο σούρουπο, από κάτω στον δρόμο φάνηκαν κάποιες μικρές φλογίτσες που ανέβαιναν. Όσο η πορεία ανέβαινε πλήθαινε, γιατί ο κόσμος έβγαινε από τα σπίτια του και ακολουθούσε. Κρατούσαν μικρά δαδιά. Τότε δεν υπήρχαν κεριά. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Φτάσαμε σ’ ένα πλάτωμα που ήταν ένα μεγάλο σταυροδρόμι. Από όλους τους δρόμους ερχόταν κόσμος με δαδιά αναμμένα. Εκεί σιωπηλά γονατίσαμε και με σκυφτό το κεφάλι, ψάλλαμε το “Πέσατε θύματα, αδέλφια μου εσείς”. Αυτή η ενότητα και αυτή η ομοψυχία που υπήρχε, ήταν αυτό που έκανε τη διαφορά με το σήμερα», προσθέτει.

Πίσω από κάθε φωτογραφία, μια ανθρώπινη ιστορία. Πίσω από κάθε τραγωδία, κάθε ιστορική στιγμή, μια οικογένεια. Άλλος ήταν πατέρας και άφηνε πίσω οικογένεια, άλλος ήταν έτοιμος να κάνει οικογένεια, άλλος ήταν μικρό παιδί.

Συγγενείς των εκτελεσθέντων, αναγνωρίζουν ο ένας μετά τον άλλον τα δικά τους πρόσωπα και μιλούν με δέος για την ώρα που θα αντικρύσουν τον δικό τους άνθρωπο στις φωτογραφίες, σε μια τελευταία του στιγμή πριν από τον θάνατο.

Ο Ηλίας Ρίζος, Λαμιώτης που εκτελέστηκε, είναι ένας από αυτούς που αναγνωρίστηκαν.

«Εγώ έψαξα να βρω φωτογραφία της μαμάς μου με τον μακαρίτη, αν και δεν μπορώ να τον πω μακαρίτη, ήρωα θα τον πω, αλλά δεν μπορώ να βρω φωτογραφία γιατί όταν βομβαρδίστηκε το σπίτι μας στον Άγιο Λουκά, εκεί που πιάσανε και τον Ηλία, οι άνθρωποι κοιτάξανε να σώσουν τη ζωή τους. Η μητέρα μου ήταν μακρινή συγγενής του. Ξέρω ότι η μητέρα μου, μου είχε περιγράψει όταν ζούσε, έχει πεθάνει το 2005 η μητέρα μου, τον Ηλία σαν έναν μικρότερο ανιψιό του παππού Δημήτρη τον οποίο φιλοξενούσαμε στο σπίτι μας στον Άγιο Λουκά στη Λαμία και ήταν αρτεργάτης σε μία μικρή βιοτεχνία με ζυμαρικά που είχαμε εμείς στην περιοχή του Αγίου Λουκά. Όταν πιάσανε τον θείο μου τον Λεωνίδα τον Παλιό οι Ιταλοί μετά από “καρφωτή” Ελλήνων σε εισαγωγικά, η μπούκα αυτή που έγινε, έγινε στην βιοτεχνία που είχαμε, σε αυτήν τη βιοτεχνία συνελήφθη και ο Ηλίας. Ήταν όταν τον πιάσανε άκλειστα 16 ετών. Το αγοράκι αυτό το πιάσανε όπως πιάνανε όλους τους άντρες πάνω από τα 14. Ήξερε ότι φεύγοντας από αυτόν τον κόσμο αφήνει την μαγιά ώστε ο κόσμος αυτός να γίνει καλύτερος, αυτό πίστευε και αυτό πιστεύουν σε αυτό το κόμμα», λέει η ανιψιά του.

Ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης, 30 ετών, καταγόταν από τον Πλατανιά Χανίων, ήταν γεωργός και γαλακτοκόμος, παντρεμένος και πατέρας δυο παιδιών. Διώχθηκε κατά τη δικτατορία του Μεταξά, συνελήφθη και πέρασε από φυλακές και τόπους κράτησης. Προς τιμήν του έχει δοθεί το όνομά του σε δρόμο στην περιοχή του Αγίου Λουκά στα Χανιά. Ο ανιψιός του μίλησε στο Live News:

Σε άλλη φωτογραφία αναγνωρίζεται ο Δημήτρης Παπαδόπουλος, ποντιακής καταγωγής, που περιγράφεται ως ένας από τους παλαιότερους αγωνιστές του κλάδου των οικοδόμων. Συνελήφθη το 1936 από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου και το 1941 παραδόθηκε στους Γερμανούς. Εκτελέστηκε την 1η Μαΐου 1944. Μια άλλη συγκλονιστική ιστορία είναι αυτή του Θεόδωρου Μανιατέα.

Το Live News παρουσιάζει όλα τα παραπάνω κι εξιστορεί με λεπτομέρειες τη θρυλική ιστορία των 200 παλληκαριών, που θυσιάστηκαν για ένα καλύτερο μέλλον:

Για τους 200 ήρωες της Καισαριανής μίλησε ο ιστορικός Γιάννης Χαραλαμπίδης:

Παράλληλα ερευνάται κι ένα άλλο ζήτημα, αυτό του φωτογράφου, καθώς η ταυτοποίησή θα μπορούσε να οδηγήσει στην εύρεση του φιλμ από το οποίο εκτυπώθηκαν οι φωτογραφίες των σπουδαίων αγωνιστών που εκτελέστηκαν Καισαριανή.