– Τομάζο, τον νου σου στη Μπιάνκα!

Ο ταπεινός εφημέριος επρόβαλε στο κατώφλι της ταπεινής κατοικίας του και το βλέμμα του εφαίνετο να παρακολουθή μια λευκή κόττα που ανασκάλευε την γη. Αυτή ήταν η Μπιάνκα, η λευκή. Τα λευκά πτερά της ήταν μια κτυπητή αντίθεσις στο μαύρον ράσσον του γηραιού εφημερίου, αλλ’ ίσως ήταν αυτή η αντίθεσις που σφικτόδενε, σαν για να τα αλληλοσυμπληρώση, τα δυο αυτά πλάσματα: Τον εφημέριον με το μαύρον ράσσον, την όρνιθα με τα χιονάτα πτερά, Μπιάνκα. Τι τρυφερότης υπήρχε στην φωνή του εφημερίου, όταν επρόφερεν αυτό το όνομα. Σαν να επρόκειτο –άπαγε της βλασφημίας!– για μια γυναίκα…

Ο γηραιός εφημέριος εζούσε σ’ ένα πτωχικό χωριουδάκι μεταξύ Σάντο Κροτσιάνο και Τσερτάλντο, εις τα περίχωρα της Φλωρεντίας. Πόσα χρόνια είχαν περάση από τότε που ξεκίνησεν από την Κορσική; Ήταν και αυτός ένας Βοναπάρτης που είχε ξεκινήση για μια θέσι στον κόσμο… Πόσα χρόνια! Ο κόσμος εφαίνετο να είχε αλλάξη. Μήπως η σβυσμένη ηχώ που του έφερνε ως το απόμερο χωριουδάκι του τα συγκλονιστικά γεγονότα της οικουμένης, δεν του είχε φέρη και τον απίστευτον θρύλον για τον ανεψιόν του, εκείνον που φεύγοντας είχεν αφήση μικρόν τον «Ναπολιόνε» με τα σπινθηροβόλα μάτια, αυτόν τον διάβολον που ήθελαν να πουν πως είχε γίνη κύριος του κόσμου και αυτοκράτωρ των Γάλλων; Ο μικρός του ανεψιός, ένας Βοναπάρτης, αυτοκράτωρ! Μνήσθητί μου Κύριε! Αλλά για τον ίδιον ανεψιόν του, εκείνον που είχεν επιβάλη το όνομα των Βοναπάρτηδων εις τον κόσμον, είχε ακούση πώς είχεν εξαναγκάση τον πάπα να απομακρυνθή από την Ρώμην, για να τον στεφανώση αυτοκράτορα μαζί με μια… Α ναι, ήθελαν να πουν πολλά για την Ιωσηφίνα! Τότε ο ταπεινός εφημέριος Βοναπάρτης εθύμωνε, ντρεπόταν σχεδόν γιατί τον έλεγαν Βοναπάρτη, και την πρώτη φορά που επληροφορήθη την τερατώδη ύβριν του ανεψιού του προς το πρόσωπον του αγίου πατρός της Ρώμης, το αίμα του ανέβηκε στο κεφάλι, έσφιξε τις γροθιές του, κι’ αυτός που είχε ξεχάση να θυμώνη με τους ανθρώπους, γιατί ήθελε μόνον να τους συγχωρή, δεν κρατήθηκε και είπε για λογαριασμόν του ανεψιού του: Ο αντίχριστος! Ο σατανάς!

Ο ταπεινός εφημέριος Βοναπάρτης, που ζούσεν αποτραβηγμένος από τον κόσμο σ’ ένα πτωχικό χωριουδάκι εις τα περίχωρα της Φλωρεντίας, κατηχώντας βρώμικους χωρικούς, τις στιγμές που έμενε μόνος, εβυθίζετο σε σκέψεις, σε ό,τι θα μπορούσε να πη πως απετέλουν την μικράν φιλοσοφίαν του. Ο άνθρωπος με το ράσσον εσκέπτετο: Κι’ αυτός όταν ήταν νέος, κι’ αυτός ένας Βοναπάρτης, δεν είχε τάχα κινηθή από τις μεγάλες φιλοδοξίες, και δεν είχε αφήση με αυτές την μικρή Κορσική του, το όνειρόν του δεν ήταν να φθάση επίσκοπος, ένας από τους πρώτους στρατιώτας της Εκκλησίας; Κατά βάθος το ίδιο δεν έκαμε και ο ανεψιός του; Ίσως έπταιε το θερμόν αίμα που έρρεε στις φλέβες των Βοναπάρτηδων…

Και ο γηραιός θείος κατέληγε να συγχωρή και αυτόν ακόμη τον ανεψιόν του, τον «Αντίχριστον»!

Ένα μειδίαμα επιεικείας άνθιζε στα χείλη του: Θα ήρχετο και για τον Ναπολέοντα ο καιρός της ανανήψεως. Η πείρα της ζωής θα τον εδίδασκεν ότι όλα είνε ματαιότης εις αυτόν τον κόσμον… Κόσμος και κόσμος! Αν ο ανεψιός του εκοπίαζε και εξετίθετο και ημάρτανε για να κάμη δικό του τον κόσμο, ποια διαφορά υπήρχε μεταξύ αυτού και του γηραιού θείου του, του ταπεινού εφημερίου, που ηρκείτο στον μικροσκοπικό του κόσμο, εκεί σ’ ένα ταπεινό χωριουδάκι της Ιταλίας; Ο μικρός κόσμος του εφημερίου! Το κελλί του, η όρνιθα του η λευκή, κ’ έπειτα αυτός ο αιωνίως ακάθαρτος Τομάζο, που εξετέλει χρέη μαγείρου, κανδηλανάπτη, αμαξά, και η νεαρά υπηρέτρια, η Ματτέα… Σ’ αυτόν τον μικρό κόσμο ο εφημέριος Βοναπάρτης περιώριζε τας φιλοδοξίας του, και η κυριωτέρα φιλοδοξία του ήταν να ευλογήση μια ημέρα τα στέφανα του Τομάζο και της Ματτέας…

– Τομάζο, γιατί φωνάζει έτσι η Μπιάνκα;

Ο ταπεινός εφημέριος είχε προβάλη στο κατώφλι της κατοικίας του.

Πανικός στη μικρά του αυλή: Η Μπιάνκα, η κόττα, έτρεχε και φτερούγιζε πανικόβλητος, ο Τομάζο εκύτταζε με ανοικτό το στόμα και η Ματτέα, με το σφουγγαρόπανο στο χέρι, είχε προβάλη και αυτή και κύτταζε…

Τι τρέχει;

Μέσα στην αυλή είχε φθάση κι’ όλας μια ομάς ιππέων της ναπολεοντείου στρατιάς… Εστάθηκαν.

– Εδώ μένει ο εφημέριος Βοναπάρτης;

Η καρδιά του εφημερίου εκτύπησε.

Ο επί κεφαλής αξιωματικός πήδησε κάτω από το άλογό του. Ο ταπεινός εφημέριος δεν υπωπτεύετο ότι μπροστά του εστέκετο ένας στρατηγός της Γαλλίας, ένας στρατάρχης του Ναπολέοντος, ο Νέυ…

Ο στρατάρχης έρριψε γύρω του ανιχνευτικά βλέμματα… Μέσα στο περιβάλλον αυτό αισθανόταν απτότερη όλη την καταπληκτικήν σταδιοδρομίαν του Ναπολέοντος και των στρατηγών του, ένας εκ των οποίων ήταν και αυτός. Ήταν διδακτικόν και δραματικόν ταυτοχρόνως να γυρίζουν πίσω τους και να κυττάζουν ποιες ταπεινές αρχές ξεκίνησαν…

 
 

Η εκτέλεση του στρατάρχη Μισέλ Νέυ

Ο στρατάρχης ερχόταν από την αυλήν του Ναπολέοντος, και πόσον ταπεινή τού εφαίνετο η αυλή αυτού του ταπεινού Βοναπάρτη… Αλλ’ ήξευρε καλά, και ίσως τον συγκινούσεν εκείνη την στιγμή η ιδέα ότι αυτή η αυλή είχε φτιάξη την αυλή την άλλη…

– Έχω να σας μιλήσω…. είπεν ο στρατάρχης στον έκπληκτον εφημέριον.

Και καθώς προχωρούσαν εις το εσωτερικόν του κελλιού, προσέθεσεν:

– Εκ μέρους του αυτοκράτορος!

Τότε μόνον ο ταπεινός εφημέριος αισθάνθηκε όλην την πραγματικότητα όλων εκείνων που έφθαναν έως τότε εις το ερημητήριόν του ως θρύλος…

Ο Ναπολέων ήθελε στα ύψη που είχε φθάση αυτός να τραβήξη μαζί του και την γενηά του. Εμοίραζε βασίλεια στους αδελφούς του, αι αδελφαί του εγένοντο βασίλισσαι, και μια και ανεκάλυψε στο γενεαλογικόν του δένδρον και αυτόν τον ταπεινόν πρόγονον που ελέγετο Βοναπάρτης, δεν μπορούσε να κάμη γι’ αυτόν εξαίρεσιν. Τι είνε αυτός ο γέρος θείος; Εφημέριος; Να τον κάμωμε επίσκοπον!

Και του έστειλε τον στρατάρχην Νέυ…

–Ο αυτοκράτωρ αφήνει εις την διάθεσίν σας να διαλέξετε ποια επισκοπή θέλετε εις την Ιταλίαν ή την Γαλλίαν κοντά του…

Επίσκοπος!

Τα μάτια του ταπεινού Βοναπάρτη έκλεισαν για μια στιγμή από την ζάλη, από τον ίλιγγον. Στα μάτια του άστραψεν έξαφνα η χρυσή μίτρα, όπως στα μάτια του ανεψιού του είχεν αστράψη το στέμμα… Το αίμα του έβραζε! Πώς ησθάνετο πως ήταν κι’ αυτός ένας Βοναπάρτης! Αλλ’ ήταν πλέον τόσον αργά! Η ηλικία των φιλοδοξιών είχε πλέον περάση. Είχε φθάση πλέον στην κορυφή, σε μια κορυφή υψηλότερη από εκείνην που ευρίσκετο ο ανεψιός του, ο αυτοκράτωρ, στην κορυφή που ανεβάζει τον άνθρωπο ύστερα από ωρισμένην ηλικίαν η σοφή πείρα, στην κορυφή από την οποίαν όλα σ’ αυτόν τον κόσμον φαίνονται μάταια…

Ο εφημέριος σήκωσε το βλέμμα του στον στρατηγό, κι’ ο Νέυ ανατρίχιασε γιατί στα γεροντικά εκείνα μάτια ανεγνώρισε την αέτειον ματιά του αυτοκράτορός του…

– Πέστε στον ανεψιό μου, τον αυτοκράτορα, ότι τον ευχαριστώ. Αλλ’ είμαι πολύ καλά εδώ, στους χωρικούς μου…

Αράδιασε μερικά προσχήματα: Πως είχε φτιάξη πια την ζωή του και τον κόσμο του… Κ’ έπειτα, κ’ έπειτα, την μίτρα –δεν είνε;– αυτός δεν είνε άξιος γι’ αυτή την χάρι του Θεού, αλλά κατ’ αρχήν την μίτρα ένας ταπεινός εφημέριος του Θεού μπορεί να την δεχθή μόνον από τα χέρια του πάπα…

Τρόμαξε ο στρατάρχης μπροστά στο θάρρος του γέρου. Του εγέμιζε τρόμον ο θαυμασμός μπροστά στον αυθεντικό αυτόν Βοναπάρτη…

Σε λίγο έφευγε με τους ιππείς του να μεταβιβάση την απάντησιν στον αυτοκράτορα. Ο γηραιός εφημέριος τού έδωσε την ευλογία του για το ταξείδι…

Έπειτα πρόβαλε στο κατώφλι του, όπως κάθε ημέρα, να ρίξη καλαμπόκι στην κόττα του…

 
 

*Το ανωτέρω κείμενο, που έφερε τον τίτλο «Ένας ταπεινός Βοναπάρτης» και τον υπότιτλο «Ο θείος του Ναπολέοντος», είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» στις 29 Οκτωβρίου 1930.

Ο στρατάρχης Μισέλ Νέυ (Michel Ney, απαντά στην Ελληνική και ως Νε ή Νεΐ), δούκας του Έλχινγκεν, ένας από τους πλέον γνωστούς στρατάρχες του Ναπολέοντος Βοναπάρτη, εκτελέστηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1815, στο Παρίσι, σε ηλικία 46 ετών.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr