Η εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, του Ηλία Αργυριάδη, του Νίκου Καλούμενου και του Δημήτρη Μπάτση δικαιολογημένα έχει στοιχειώσει τη συλλογική μνήμη του τόπου. Άλλωστε, συγκεφαλαιώνει την ίδια την εμπειρία του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου και μάλιστα στη «μακρά διάρκειά» του, εκείνη που υπερβαίνει  τα στενά χρονικά πλαίσια των ένοπλων συγκρούσεων και αναφέρεται στην οδυνηρή συνέχειά του, με άλλες μορφές για δεκαετίες μετά.

Και αυτό γιατί η συγκεκριμένη υπόθεση συνδυάζει τη βαναυσότητα που επέδειξε ένα τμήμα της πλευράς των νικητών του Εμφυλίου, εκείνο που κατεξοχήν συνδέθηκε με τον αμερικανικό παράγοντα και αργότερα θα οδηγήσει  στη Χούντα, τις αντιφάσεις, συχνά τραγικές της Αριστεράς, με τα κέντρα αποφάσεων μοιρασμένα ανάμεσα στην εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ και τον διαρκώς απειλούμενο παράνομο μηχανισμό στην Ελλάδα, τα προβλήματα που συναντούσε η προσπάθεια νόμιμης πολιτικής παρουσίας της Αριστεράς,  αλλά και τις διαρκείς ταλαντεύσεις του Κέντρου.

Η ίδια η παρουσία του Νίκου Μπελογιάννη ανάμεσα στους κατηγορούμενους και τελικά εκτελεσμένους, μια προσωπικότητα από τις πιο χαρισματικές του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος (κάτι που αποτυπώθηκε και στη χαρακτηριστική ρητορική δύναμη των απολογιών του), μια ιδιότυπη αποτύπωση του «νέου ανθρώπου» που με διάφορους τρόπους προβλήθηκε τότε ως ιδανικό, έπαιξε σίγουρα έναν ρόλο σε αυτή την υπόθεση, όπως η φόρτιση της σχέσης του με την Έλλη Παππά

Όμως και τα άλλα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σε αυτή την ιστορία ήταν αντιπροσωπευτικά. Αυτό αφορά και τους Καλούμενο και Αργυριάδη, χαρακτηριστικά πρόσωπα από τον ευρύτερο δυναμικό του ΚΚΕ και του παράνομου μηχανισμού, αλλά και τον Δημήτρη Μπάτση.

Ο τελευταίος ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Γόνος αστικής οικογένειας, γιος ναυάρχου ήταν μια χαρακτηριστική περίπτωση των ανθρώπων που στρατεύτηκαν στο όραμα μιας μεταπολεμικής κοινωνικής αλλαγής και σε αυτή τη βάση τοποθετήθηκαν με την Αριστερά και συνδέθηκαν με τον παράνομο μηχανισμό. Ταυτόχρονα, εκπροσωπούσε μια νέα γενιά διανοουμένων που ήθελαν να αξιοποιήσουν τη γνώση και τη μόρφωσή τους για να μπορέσουν να επεξεργαστούν ένα εναλλακτικό σχέδιο για την ανοικοδόμηση της χώρας. Η Βαριά Βιομηχανία στην Ελλάδα, το βιβλίο που έγραψε, ήταν ένα πραγματικά εντυπωσιακό επίτευγμα, το ίδιο και οι επεξεργασίες στον Ανταίο, το περιοδικό που διεύθυνε.

Με αυτή την ιστορία ασχολείται ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Ξενοφών Κοντιάδης. Μόνο που δεν δοκιμάζει να γράψει μια ιστοριογραφική μελέτη, που θα συμπλήρωνε την εκτενή βιβλιογραφία που υπάρχει πια για το θέμα.

Επιλέγει να γράψει μια μυθιστορηματική αναπαράσταση αυτών των γεγονότων, με μορφή που παραπέμπει σε τρόπους του νουάρ μυθιστορήματος, σε μια προσπάθεια να μας δείξει με έναν πιο άμεσο τρόπο το πώς βίωσαν αυτή την εμπειρία οι πρωταγωνιστές τους.

Το βιβλίο έχει μια προσέγγιση πολυπρισματική καθώς παρουσιάζει τα όσα συνέβησαν από μέσα από τις παράλληλες ιστορίες. Έτσι μπορεί να μεταβαίνει από τα παράνομα ραντεβού και τη σύλληψη του Μπελογιάννη, στις συσκέψεις της ΕΔΑ, στις συζητήσεις σε κυβερνητικό επίπεδο (συμπεριλαμβανομένων και αυτών με την αμερικανική πλευρά), στην εναγώνια προσπάθεια των οικείων του Μπάτση, συμπεριλαμβανομένης και της φιγούρας της συντρόφου του Λίλιαν, στην προσπάθεια του Νίκου Πλουμπίδη να αποτρέψει την εκτέλεσή του Μπελογιάννη, και πώς αυτή τελικά υπονομεύτηκε από την ίδια την εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ.

Ο Κοντιάδης είναι πολύ προσεκτικός στο πώς ανασυγκροτεί αυτές τις σκηνές. Στηρίζεται σε βαθιά γνώση των πραγματικών περιστατικών και των μαρτυριών που υπάρχουν. Η όποια λογοτεχνική προσθήκη είναι μετρημένη και όποιος είναι εξοικειωμένος με την ιστοριογραφία για αυτή την εποχή θα διακρίνει ότι η «μυθιστορηματική» διάσταση αφορά περισσότερο τη μεθοδολογία, παρά την ουσία και το περιεχόμενο.

Με υποδειγματικό τρόπο ο Κοντιάδης κατορθώνει να αποφύγει την υπερδραματοποίηση και τον μελοδραματισμό, που ήταν πάντα ο κίνδυνος στην αποτύπωση γεγονότων με μεγάλη συναισθηματική φόρτιση. Και παρότι για αρκετές και αρκετούς μας η ιστορία αυτή είναι αρκετά γνωστή, εντούτοις το βιβλίο είναι γραμμένο ώστε να κρατάει διαρκώς εστιασμένη την προσοχή του αναγνώστη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι ο Κοντιάδης δεν επικεντρώνει μόνο στην προσωπικότητα του Μπελογιάννη, αλλά και των υπολοίπων με μια ιδιαίτερη έμφαση στον Δημήτρη Μπάτση. Άλλωστε, ήδη από τότε είχε γίνει σαφές ότι η επιλογή να υπάρξει ιδιαίτερη αυστηρότητα απέναντι στον Μπάτση δεν είχε να κάνει τόσο με το μέγεθος της πραγματικής εμπλοκής του στον παράνομο μηχανισμό, όσο με το γεγονός ότι έπρεπε να τιμωρηθεί ως ένας ιδιότυπος «ταξικός αποστάτης», προς παραδειγματισμό μιας ολόκληρης γενιάς που έβλεπε την ελπίδα στον κοινωνικό μετασχηματισμό. Αυτό εξηγεί και γιατί η όποια διέξοδος του προτάθηκε ήταν τόσο ταπεινωτική και αναξιοπρεπής που δεν μπορούσε παρά να την αρνηθεί.

Πάνω από όλα τα βιβλίο του Κοντιάδη κατορθώνει να υπενθυμίσει ότι η Εμφύλια σύγκρουση δεν ήταν ούτε γενικά ένας «αλληλοσπαραγμός», ούτε απλώς η εξειδίκευση στη χώρα μας του Ψυχρού Πολέμου.  Τίμημά του ήταν και η βίαιη και βάναυση αντιμετώπιση ανθρώπων που οραματίζονταν όντως την κοινωνική αλλαγή, είχαν την «τρέλα να αλλάξουν τον κόσμο» και γι’ αυτό τον λόγο βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν το εκτελεστικό απόσπασμα.

Αυτή την ιστορία αφηγείται με δύναμη το βιβλίο του Κοντιάδη και γι’ αυτό αξίζει τον κόσμο να διαβαστεί.

Ο καθηγητής Ξενοφών Κοντιάδης

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr