H Μελόνι και ο Χρήστος Παππάς

Ο Χρήστος Παππάς ξύπνησε καταϊδρωμένος, κατάκοπος και κακόκεφος. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο έντονα το βάρος των εξήντα του χρόνων. Κοίταξε το ρολόι δίπλα στο κρεβάτι του: 07.30. Σε λιγότερες από τρεις ώρες θα πετούσε για Ρώμη. Η αλήθεια είναι πως δεν είχε την παραμικρή όρεξη, όχι να πετάξει στη Ρώμη, αλλά ούτε ως το διπλανό πάρκο για το πρωινό του τζόκινγκ, παρέα με τον σωματοφύλακά του.

Είχε αρχίσει να χάνει τη φόρμα του. Γνώριζε όμως ότι «το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον» και ως αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών ήταν εξουσιοδοτημένος να εκπροσωπήσει την ελληνική κυβέρνηση στην ορκωμοσία της Τζόρτζια Μελόνι. Ο έλληνας πρωθυπουργός, για τους δικούς του λόγους, θέλησε να στείλει ένα μήνυμα «συγκρατημένης δυσφορίας» προς τη νέα ιταλική κυβέρνηση και ο Χρήστος Παππάς, ούτε τόσο ενθαρρυντικά υψηλόβαθμος ούτε τόσο αποθαρρυντικά χαμηλόβαθμος, κρίθηκε ως ο ιδανικός κομιστής αυτής ακριβώς της εύθραυστης διάθεσης. Σαν τα μικρά παιδιά που τα πιάνεις επ’ αυτοφώρω να βάζουν το χέρι στο μέλι κι εκείνα σε κοιτούν με τα πελώρια αθώα τους ματάκια: «Ποιος, εγώ;».

Από την άλλη μεριά, δεν μπορούσε να μη χαμογελάσει μελαγχολικά καθώς αναλογιζόταν πως, τριάντα και σαράντα χρόνια νωρίτερα, θα πετούσε τη σκούφια του για να βρεθεί πάλι στην Ιταλία. Μια χρονιά είχε πάει μόνο και μόνο για να σταθεί προσοχή μπροστά στον τάφο του Μπενίτο Μουσολίνι και να αποδώσει τιμή στον μεγάλο απόντα με τον περήφανο φασιστικό χαιρετισμό. Ισως ήταν και αυτός ένας από τους λόγους που τον εκνεύριζε η Μελόνι, πέρα από τη νεανική της αυταρέσκεια: η βιαιότητα με την οποία αποκήρυξε τη μουσολινική της κληρονομιά. Από καθαρά ωφελιμιστική σκοπιά, δεν θα έλεγε ότι δεν το καταλάβαινε, τα έχει αυτά η πολιτική, τα είχε κάνει και ο ίδιος, όχι όμως με τον απόλυτο τρόπο που το έκανε η Μελόνι, με εκείνη τη βαθιά, την απερίγραπτη περιφρόνηση προς τη συλλογική μνήμη. Θα έπρεπε ωστόσο να παραδεχτεί επίσης ότι κανένας δεν τον πίεσε όσο πίεσαν την Ιταλίδα. Η δική του αποκήρυξη ήταν ανάλαφρη σαν ειρωνικό μειδίαμα: όλοι κατανοούσαν ότι δεν την εννοούσε.

Αλλού όφειλε να χρεώσει τόσο την κακοκεφιά όσο και την κόπωσή του. Στον εφιάλτη του. Ηταν η τρίτη φορά μέσα στον ίδιο μήνα που έβλεπε τον ίδιο εφιάλτη, αν όχι ακριβώς τον ίδιο, τουλάχιστον μια συγγενική του παραλλαγή. Είχε να κάνει μ’ εκείνον τον ράπερ στην Κοκκινιά, στη Δραπετσώνα, στο Κερατσίνι, κάπου προς τα εκεί, στου διαόλου τη μάνα. Οσο και αν έστυβε τη μνήμη του, αποκλείεται να θυμόταν, ούτε πώς έλεγαν τον ράπερ, ούτε πού τον χτύπησαν. Θυμόταν ότι μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένος σ’ ένα νοσοκομείο και πήρε εξιτήριο μετά από ένα μήνα ή περίπου. Στον εφιάλτη του όμως πέθαινε. Και στις τρεις παραλλαγές του ίδιου εφιάλτη πέθαινε.

Ο,τι είχαν καταφέρει τόσα χρόνια γκρεμιζόταν σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Ο δημοσκοπικός τους καλπασμός εκείνο το καλοκαίρι – το τρίτο κόμμα στην επόμενη Βουλή, σε μια Βουλή που θα είχε μόνο τρία κόμματα – έσβηνε σαν τις πατημασιές αλόγου στην αμμουδιά. Ναι, ακόμη και αυτές τις γελοίες παρομοιώσεις, ξεσηκωμένες από ποιος ξέρει ποια φτηνή νουβέλα, τις έβλεπε ζωγραφιστές στον εφιάλτη του. Ευτυχώς, στο πιο ζοφερό σημείο, εκεί που ετοιμάζονταν να τον βάλουν φυλακή, ξυπνούσε. Πάντοτε εκεί ξυπνούσε. Κοιτούσε αλαφιασμένος τριγύρω του. Ηταν ελεύθερος. Ηταν αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών. Σε μια Βουλή με τρία κόμματα, το δικό του κόμμα, το μικρότερο, έπαιζε τον ρόλο του ρυθμιστή. Ολα είχαν πάει κατ’ ευχήν.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr