Το μόνο σίγουρο για τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία, που ξεκίνησαν στις 10 Ιανουαρίου στη Γενεύη ανάμεσα σε αντιπροσωπείες των οποίων ηγούνται δύο αναπληρωτές υπουργοί εξωτερικών, ο Σεργκέι Ριάμπκοφ και η Γουέντι Σέρμαν  – και τις παράλληλες ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και τη Ρωσία που ξεκινούν στις 12 Ιανουαρίου – είναι ότι θα είναι δύσκολες.

Το άλλο σίγουρο είναι ότι έχει τελειώσει εδώ και καιρό αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «μεταψυχροπολεμικός κόσμος» και έχουμε περάσει σε μια νέα συνθήκη που σφραγίζεται από βαθιές διαιρέσεις, ανταγωνισμούς και συγκρούσεις που εύκολα μπορούν να πάρουν ακόμη και «θερμή» μορφή.

Οι νέες διαχωριστικές γραμμές

Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται ο τρόπος που ιδίως οι ΗΠΑ πλέον αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Η εποχή που θεωρούσαν ότι η ισχύς τους είναι αδιαμφισβήτητη μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έχει περάσει προ πολλού. Όπως έχει περάσει και η εποχή που θεωρούσαν ότι η απλή ένταξη στα δίκτυα και τους θεσμούς μιας παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας ήταν το βασικό κριτήριο με το οποίο κρινόταν η «διεθνής νομιμότητα» μιας χώρας. Πλέον, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν ρητά την Ρωσία ως «αποσταθεροποιητική δύναμη» και την Κίνα ως έναν ανταγωνιστή που αμφισβητεί τον ίδιο τον ρόλο τους ως της μόνης «υπερδύναμης».

Σε αυτό το πλαίσιο η  νέα διαχωριστική γραμμή, τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο, είναι αυτή που χωρίζει τις «δημοκρατίες» από τα «αυταρχικά καθεστώτα» που αποδέχονται τον πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τους θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Φυσικά η νέα διαχωριστική γραμμή είναι κάπως ελαστική στον ορισμό της, εφόσον μόνο με αρκετή φαντασία π.χ. η Σαουδική Αραβία ή τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εντάσσονται στην χορεία των δημοκρατιών, την ώρα που ορισμένες από τις χώρες που θεωρούνται ότι ανήκουν στην αντίπαλη όχθη έχουν τυπικά γνωρίσματα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ξεκινώντας από την ίδια τη Ρωσία.

Όμως, η «δημοκρατία» προσφέρει ένα πεδίο νομιμοποίησης ιδίως όταν συνδέεται με ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όμως, αυτό δεν αναιρεί ότι ο πυρήνας αυτής της στρατηγικής είναι η επέκταση της «Δύσης», δηλαδή του συνόλου των χωρών που αποδέχονται την πρωτοκαθεδρία της Δύσης στις πολιτικές ασφάλειας και της απομόνωσης των χωρών που θεωρείται ότι δεν αποδέχονται αυτό το πλαίσιο.

Η ρωσική αντίληψη της συλλογικής ασφάλειας

Απέναντι σε αυτό ο Ρωσία κυρίως αλλά και με το δικό της τρόπο και η Κίνα προσπαθούν να προβάλουν μια άλλη αντίληψη της συλλογικής ασφάλειας που στηρίζεται σε μια λογική ισορροπίας δυνάμεων, σεβασμού «ζωνών επιρροής» και «πίσω αυλών» και αποφυγής επιθετικών ενεργειών.

Η λογική αυτή παραπέμπει ως ένα βαθμό σε πλευρές των συζητήσεων των πρώτων χρόνων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και της πρώτης μεταψυχροπολεμικής περιόδου και περιλαμβάνει την αποφυγή επέκτασης των στρατιωτικών συνασπισμών, τον έλεγχο των εξοπλισμών, την αποφυγή εγκατάστασης επιθετικών όπλων «πρώτου χτυπήματος» όπως είναι τα αντιβαλλιστικά όπλα και την επιστροφή στη λογική της μη επέμβασης στα εσωτερικά κρατών που αμφισβήτησε ο «φιλελεύθερος παρεμβατισμός».

Αυτό εξειδικεύεται σε μια σειρά από ζητήματα όπως είναι η μη επέκταση του ΝΑΤΟ και η ανακοπή της εγκατάστασης επιθετικών οπλικών συστημάτων, όπως είναι οι αντιβαλλιστικές συστοιχίες Aegis Ashore, ολοένα και πιο κοντά στο ρωσικό έδαφος.

Το πρόβλημα Ουκρανία

Η Ουκρανία ανάγεται σε κρίσιμο επίδικο αυτή της διαπραγμάτευσης. Εξαρχής για τη Ρωσία ήταν πολύ σημαντικό η Ουκρανία να μην ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και να ενταχθεί στον αμυντικό σχεδιασμό των ΗΠΑ. Για τη Ρωσία η Ουκρανία παραμένει τμήμα ενός ευρύτερου «ρωσικού χώρου» και άρα δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί στις δομές της «Δύσης». Επιπλέον, η υπέρβαση τη διαίρεσης που σήμερα υπάρχει στην Ουκρανία με την αυτονόμηση των ανατολικών περιοχών μπορεί, κατά τη Ρωσία, να ξεπεραστεί μόνο με την εφαρμογή της Συμφωνίας του Μινσκ που προβλέπει συνομιλίες της ουκρανικής κυβέρνησης με τους αυτονομιστές για μια νέα θεσμική διάρθρωση της Ουκρανίας.

Από την άλλη, για τις ΗΠΑ και την ΕΕ, το πρόβλημα της Ουκρανίας αφορά την παράνομη κατοχή της Κριμαίας (ως προς το οποίο η Ρωσία αντιτείνει ότι η πλειοψηφία των κατοίκων επιθυμούσε την εκ νέου ενσωμάτωση στη Ρωσία), την στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Ουκρανία (που επισήμως η Μόσχα αρνείται) και τη διαρκή ρωσική απειλή για την ακεραιότητα της Ουκρανίας.

Η ίδια η Ρωσία, που κάνει μια διαρκή «επίδειξη δύναμης» με μεγάλες συγκεντρώσεις δυνάμεων κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία, επιμένει ότι δεν επιθυμεί να  κάνει προσάρτηση των ανατολικών περιοχών. Όμως, έχει επαναλάβει με διάφορους τρόπους ότι εάν προκληθεί από την Ουκρανία θα απαντήσει συντριπτικά.

Η ίδια η «Δύση» έχει πρακτικά σε αυτή τη φάση κάνει σαφές ότι σε περίπτωση νέας ένοπλης εμπλοκής δεν θα προχωρήσει σε άμεση πολεμική εμπλοκή του ΝΑΤΟ, μια που αυτό θα ενείχε κινδύνους ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, αλλά θα προχωρήσει σε πολύ μεγάλες κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία, που θα ισοδυναμούν με προσπάθεια «αποσύνδεσής της» από μεγάλο μέρος των διεθνών οικονομικών πρακτικών.

Από τη μεριά της η Ρωσία δείχνει να σταθμίζει το κόστος μιας παρατεταμένης πολεμικής εμπλοκής, που θα αφορά μόνο ή κυρίως τις κυρώσεις αλλά και τον εσωτερικό αντίκτυπο, αλλά και το ενδεχόμενο οριακά να χρησιμοποιήσει μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση ως τρόπο για να ξεκαθαρίσει ποιες είναι οι πραγματικές «κόκκινες γραμμές» κατά τρόπο ανάλογο με αυτό που έκανε στη Γεωργία το 2008. Η ετοιμότητά της Ρωσίας να συνδράμει στρατιωτικά στην αντιμετώπιση μιας κατά βάση εσωτερικής αναταραχής στο Καζακστάν σε αυτή το πνεύμα πρέπει να γίνει αντιληπτή.

Η στάθμιση αποτυπώνει και μια άλλη διάσταση: παρότι η Ρωσία δείχνει να προετοιμάζεται και για το ενδεχόμενο εκτεταμένων κυρώσεων σε βάρος της – ενδεικτικές από αυτή την άποψη οι συζητήσεις με την Κίνα για τη διαμόρφωση εναλλακτικού προς το SWIFT συστήματος διεθνών πληρωμών – είναι σαφές ότι αυτό είναι ένα ενδεχόμενο που σε πρώτη φάση θα ήθελε να αποφύγει.

Η δυσκολία της διαπραγμάτευσης

Το γεγονός ότι η Ρωσία άνοιξε τον κύκλο αυτής της διαπραγμάτευσης προτείνοντας δύο κείμενα συνθηκών, ένα απευθυνόμενο στις ΗΠΑ και ένα απευθυνόμενο στο ΝΑΤΟ, που αποτυπώνουν τις δικές της θέσεις για τη μη επέκταση των στρατιωτικών συνασπισμών και των επιθετικών οπλικών συστημάτων, σήμαινε ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν εύκολα να αποφύγουν να προσέλθουν στη διαπραγμάτευση.

Από την άλλη, ο πυρήνας των ρωσικών αιτημάτων ισοδυναμεί με ακύρωση της στρατηγικής των ΗΠΑ και κατ’ επέκταση του ΝΑΤΟ για κατοχύρωση του δικαιώματος ένταξης στη συμμαχία όλων των χωρών που συνορεύουν με τη Ρωσία και ουσιαστικά της άσκησης της μεγαλύτερης δυνατής πίεσης προς τη Ρωσία.

Με τον τρόπο μάλιστα που έχει εξελιχτεί η «δυτική» ρητορική πάνω στο θέμα, σύμφωνα με την οποία η ένταξη στο ΝΑΤΟ ανάγεται σε κομβικό δικαίωμα των εθνών και βασική εγγύηση της δημοκρατίας ενάντια στον αυταρχισμό, είναι πολύ δύσκολο με έναν ρητό τρόπο να συνομολογηθεί κάτι τέτοιο.

Όλα δείχνουν ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να συζητήσουν ορισμένες δεσμεύσεις που αφορούν τη μη εγκατάσταση στρατευμάτων τους ή τη μη επέκταση συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων, όμως δύσκολα θα μπορούσαν να αποδεχτούν ρητή δέσμευση για μη ένταξη στο ΝΑΤΟ. Άλλωστε, οι ΗΠΑ δεν προσέρχονται στη διαπραγμάτευση με ένα «ενιαίο μέτωπο», εφόσον υπάρχει ανοιχτή σχεδόν σύγκρουση ανάμεσα σε όσους επιμένους σε άμεση κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία (και την Κϊνα) και αυτούς που προκρίνουν μια πιο διαλλακτική στάση, θεωρώντας ότι προέχει η εσωτερική ανασυγκρότηση μια τραυματισμένης κοινωνικά και πολιτικά Αμερικής.

Από την άλλη, η Ρωσία δύσκολα μπορεί να δεχτεί οποιαδήποτε «ενδιάμεση» λύση, ιδίως από τη στιγμή που αποδοχή της ένταξης χωρών στο ΝΑΤΟ εμπεριέχει τη δυνατότητα σε αυτές να εγκατασταθούν στρατεύματα και οπλικά συστήματα.

Προφανώς και υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο τα ζητήματα αυτά να παραμείνουν σε διαπραγμάτευση για ένα μακρό διάστημα, περίπτωση στην οποία η έξοδος (ή η ασφαλιστική δικλείδα) απέναντι σε ενδεχόμενη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης θα είναι ακριβώς μια αρκετά παρατεταμένη διαπραγμάτευση.

Οι διασταυρούμενες τοποθετήσεις

Όλα δείχνουν ότι η πρώτη φάση της διαπραγμάτευσης σφραγίζεται από εκατέρωθεν τοποθετήσεις που ως προς τη στόχευση τέμνονται, αλλά και ταυτόχρονα δεν ταυτίζονται.

Η αμερικανική πλευρά κυρίως θέλει να γίνει διαπραγμάτευση γύρω από το ζήτημα της Ουκρανίας με επίδικο τη δέσμευση της Ρωσίας ότι δεν θα εισβάλει στην Ουκρανία και ότι θα ανακαλέσει τις μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις που έχει παρατάξει κοντά στα ρωσοουκρανικά  σύνορα.

Η Ρωσία θέλει μια διαπραγμάτευση πρωτίστως για τις «εγγυήσεις ασφαλείας» που ζητά και που να καταλήγει στη μη επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία.

Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι εύκολο σε αυτή τη φάση αυτή η διαπραγμάτευση να καταλήξει σε απτό αποτέλεσμα. Άλλωστε, και οι δύο πλευρές δεν θέλουν να δείξουν σε αυτή τη φάση «διάθεση υποχωρητικότητας».

Όμως, την ίδια στιγμή ακόμη και εάν διαπιστώνονται αποκλίνουσες τοποθετήσεις και δύσκολα συμφιλιώσιμες θέσεις, δεν είναι εύκολο για καμία από τις δύο πλευρές απλώς να «σηκωθεί από το τραπέζι». Ας μην ξεχνάμε ότι και για τις δύο εκατέρωθεν ηγεσίες η διαπραγμάτευση είναι πολιτική διέξοδος: για τη κυβέρνηση Μπάιντεν είναι ένας τρόπος για να ευθυγραμμιστεί άμεσα με τις πιέσεις όσων κέντρων εντός και εκτός ΗΠΑ πιέζουν για μια «πιο αποφασιστική» στάση και για πιο απτή υποστήριξη της ουκρανικής κυβέρνησης. Για την κυβέρνηση Πούτιν είναι ένας τρόπος για να αποφύγει το ερώτημα της άμεσης στρατιωτικής κλιμάκωσης αλλά και για μην θεωρηθεί ότι η επίδειξη δύναμης που έχει κάνει ως τώρα ήταν χωρίς πραγματική υπόσταση.

Με αυτή την έννοια, είναι αναμενόμενο θα δούμε και άλλες φάσεις αυτής της δύσκολης διαπραγμάτευσης με τον ακόμη αβέβαιο ορίζοντα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr