Οι χώρες της ευρωζώνης έχουν από την πρώτη ημέρα αποδεχθεί πλήρως ως πραγματική και δεδομένη κατάσταση ότι το ευρώ είναι ένα νόμισμα στο οποίο η Γερμανία έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγ

Με την είσοδο του 2022 κλείνουν δύο δεκαετίες από την αντικατάσταση σειράς εθνικών νομισμάτων χωρών της Ευρώπης με το νέο, στις αρχές της χιλιετίας, κοινό νόμισμά τους: το ευρώ. Μεταξύ των χωρών αυτών και η Ελλάδα, μα και οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές ηπειρωτικές οικονομίες: η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία.

Από αυτές τις δύο δεκαετίες, η Ελλάδα πέρασε τη μία σε κατάσταση ιδιότυπης πτώχευσης. Επειδή πτωχευτική εξέλιξη «παλαιού τύπου» δεν προβλέπεται, ούτε και συμφέρει κανέναν στις χώρες του ευρώ, όπως επίσης δεν επιτρέπονται οι νομισματικές υποτιμήσεις παλαιού τύπου, επιλέχθηκε το γνωστό σε όλους καθεστώς των λεγόμενων Μνημονίων. Καθεστώς υπεραναλυμένο, οπότε δεν έχει νόημα να επεκταθεί ξανά κανείς σε αυτό, εκτός από μία παράμετρό του που έχει συστηματικά διαφύγει την προσοχή: πολλοί από τους κομβικούς διεθνείς παράγοντες στη διαδικασία διαμόρφωσης και επιβολής αυτών των μέτρων έχουν, αφού πρώτα αφυπηρέτησαν, ασκήσει εντονότατη κριτική σε όλα αυτά που οι ίδιοι επέβαλαν – έχουν παραδεχθεί κατηγορηματικά την καταστρεπτική λογική αυτών των προγραμμάτων. Ομως εκ των υστέρων…

Πολύ πιο σημαντικό στη μεγάλη κλίμακα είναι όμως κάτι άλλο που συμβαίνει σήμερα, αυτή τη στιγμή: η κοινή προσπάθεια που μόλις ξεκίνησε από τη δεύτερη και την τρίτη ευρωπαϊκή οικονομία, τη Γαλλία και την Ιταλία, για να επιβάλουν την αλλαγή των όρων του Μάαστριχτ και όλων όσα έχουν πλέον εξειδικεύσει το καθεστώς του ευρώ, όπως τα Σύμφωνα Σταθερότητας κ.ο.κ. Είκοσι χρόνια μετά, η αμφισβήτηση για την ευστοχία του κοινού νομίσματος λαμβάνει όχι απλώς επίσημες, αλλά εκτενείς διαστάσεις, οδηγώντας σε μια εσωτερική σύγκρουση μεταξύ των χωρών που επωφελούνται από τη λειτουργία του ευρώ και εκείνων που πλήττονται από αυτήν.

Η κοινή απόπειρα Μακρόν – Ντράγκι ξεκίνησε τις τελευταίες ημέρες της Μέρκελ – ίσως λόγω της ακραίας ψευδαίσθησης ότι η Γερμανία θα βρεθεί για ένα διάστημα σε αδυναμία να επιβάλλει πολιτικές, ή, της ακόμα χειρότερης, ότι η νέα κυβέρνηση, επειδή έχει κεντρικό κορμό τους Σοσιαλδημοκράτες, θα συμφωνήσει με την αλλαγή πολιτικών για το κοινό νόμισμα. Οπως και να έχει, δύο ηγέτες δύο πολύ μεγάλων χωρών τώρα αμφισβητούν επίσημα και ριζικά την ισορροπία του κοινού νομίσματος. Και μένει να δει κανείς πόσο εννοούν αυτό που ξεκίνησαν: αν δηλαδή θα είναι κάτι που θα μείνει στα λόγια ή αν θα επανέλθουν με πραγματικές προτάσεις αλλαγών. Αν θα τολμήσουν να το πράξουν, γνωρίζοντας από πριν ότι αυτό θα σημαίνει πως πρέπει να είναι έτοιμοι για την κάθετη, μετωπική άρνηση της Γερμανίας ακόμα και να συζητήσει κάτι τέτοιο.

Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι αυτό θα είναι μάλλον κάτι που θα πνιγεί εν τη γενέσει του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήδη διεξάγονται συνομιλίες, στο παρασκήνιο, με σκοπό τον κατευνασμό αυτής της πρωτοβουλίας. Και αν έπρεπε κανείς να στοιχηματίσει για το μέλλον της, θα ήταν μάλλον παράφρων αν στοιχημάτιζε ότι αυτή η πρωτοβουλία θα εξελιχθεί τελικά σε κάτι πραγματικό και, πολύ περισσότερο, ότι θα πετύχει τους στόχους που η ίδια έχει θέσει.

Οι χώρες της ευρωζώνης έχουν από την πρώτη ημέρα αποδεχθεί πλήρως ως πραγματική και δεδομένη κατάσταση ότι το ευρώ είναι ένα νόμισμα στο οποίο η Γερμανία έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Αλλωστε, είναι χαρακτηριστικό, ότι αμέσως μετά τη γερμανική ενοποίηση του 1990 το, μελλοντικό ακόμα τότε, κοινό νόμισμα, σχεδιάστηκε στα γραφεία της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Οχι κρυφά. Εντελώς ανοιχτά. Εκεί έγιναν όλα. Τελικά, η ουσία είναι η εξής: 20 χρόνια μετά, η αμφισβήτηση στο κοινό νόμισμα είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Και αυτό είναι ό,τι χειρότερο για ένα νόμισμα, καθώς η φύση του επιβάλλει να είναι αδιαμφισβήτητο. Και η αμφισβήτηση δεν έρχεται από κάποιο περιθώριο. Ερχεται από την καρδιά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr