Η ταινία «έρχεται» την κατάλληλη στιγμή. Μετά τον «Aνθρωπο του Θεού» και τον Αγιο Νεκτάριο (Αύγουστος) τα «Καλάβρυτα 1943» είναι η πρώτη μεγάλη ελληνική παραγωγή για την νέα (θολή;) χειμερινή σεζόν που ήδη διανύουμε.

Και έχει όλες τις προοπτικές για να γίνει επίσης επιτυχία: Είναι μια «χειμωνιάτικη» ταινία, ταινία κοινού, μια ταινία με σοβαρό περιεχόμενο, μια ταινία που σέβεται την ιστορική μνήμης και μια ταινία «με μήνυμα» – όσο και αν προσωπικά με ενοχλεί η ταμπέλα «ταινία με μήνυμα».

Τα εισιτήρια απλώς περιμένουν  για να κοπούν!

Ο Ν. Δημητρόπουλος δεν κρύβει τις διαθέσεις του, αλλά αυτό τελικά είχε και τα καλά μα και τα κακά του. Χωρίς να τον ενδιαφέρουν και τόσο οι λεπτομέρειες γύρω από το «τι ακριβώς έγινε τότε» (εξάλλου είναι κάτι που όλοι γνωρίζουμε), θέλησε απλώς να αποτίσει τον δικό του φόρο τιμής στους εκατοντάδες πολίτες των Καλαβρύτων που στις 13 12 1943 έχασαν την ζωή τους με αφορμή την εκτέλεση των δικών τους στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.

Εκεί, ο σκηνοθέτης τα καταφέρνει θαυμάσια. Με κεντρικό ιστό την ιστορία μιας οικογένειας Καλαβρυανών όλο το κομμάτι εκείνης της φρικαλέας περιόδου είναι φτιαγμένο με πολύ υψηλά στάνταρντ, θα μπορούσες να πεις ότι ως παραγωγή του «Καλάβρυτα 1943» δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από μια αντίστοιχη αμερικανική. Οι σκηνές πλήθους, ο όλεθρος, η αγωνία στα πρόσωπα, τα κοστούμια, τα εφέ, η φωτογραφία (Γιώργος Ραχματούλιν) – ειλικρινά δεν βρήκα τίποτα που να με άφησε σε εκκρεμότητα. Συν τοις άλλοις, οι δύο ηθοποιοί που υποδύονται τους γονείς της οικογένειας σε κεντρικό πλάνο, δένουν θαυμάσια μεταξύ τους και στο σύνολο. Είναι ο Νικόλας Παπαγιάννης, μια χαμηλόφωνη αλλά τρομερής ενέργειας κινηματογραφική αποκάλυψη και η Δανάη Σκιάδη.

Μέχρι εδώ καλά.

Αν όμως κάπου έμεινα, ίσως όχι με εκκρεμότητα σίγουρα όμως με ένα αμήχανο «μούδιασμα», αυτό συνέβη στον παρόντα χρόνο της ταινίας. Η ταινία, της οποίας το σενάριο υπογράφει ο Δημήτριος Κατσαντωνης, σου δίνει την αίσθηση ότι ο μόνος λόγος για να δείξει το παρόν ήταν για να υπάρχει ντε και καλά στο φιλμ ο Μαξ Φον Σίντοφ ώστε η εμπορική δυναμική του – και δη στο εξωτερικό – να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο (στον τελευταίο ρόλο της ζωής του ο Σουηδός ηθοποιός υποδύεται τον ηλικιωμένο πλέον γιο του ζεύγους ο οποίος  επέζησε της τραγωδίας).

Το κομμάτι του παρόντος, με τον συνδυασμό της πολιτικοικονομικής εκμετάλλευσης του ιστορικού γεγονότος των Καλαβρύτων από τους Γερμανούς (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων διότι είναι ούτως ή άλλως μπερδεμένο) δεν με έπεισε ποτέ και πιστεύω ότι δεν είχε καν λόγο ύπαρξης στην ταινία αφού το μεδούλι της, ο ίδιος ο όλεθρος, έφτανε και περίσσευε.

Δεν κολλάει, είναι ξένο σώμα.

Αφησα για το τέλος την περίφημη σκηνή – σκάνδαλο, το περίφημο άνοιγμα της πόρτας του σχολείου από έναν Γερμανό στρατιτώτη (Προμηθέας Αλειφερόπουλος) προκειμένου να μην καούν τα γυναικόπαιδα. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μια σκηνή δίκοπο μαχαίρι διότι έχουν γραφεί τόνοι μελανιού για αυτό το συγκεκριμένο περιστατικό του ανοίγματος της πόρτας.

Από την μια πλευρά αντιλαμβάνεσαι την ανάγκη του καλλιτέχνη που θέλει να λειτουργήσει και ως άνθρωπος και να κάνει την παρέμβαση του ώστε να επισημάνει ότι ακόμα και σε έναν τέτοιο βάρβαρο πόλεμο, η ανθρωπιά, η έστω μιας ρανίδα της ανθρωπιάς, δεν μπορεί, κάπου θα υπάρχει. Εχουν εξάλλου καταγραφεί μαρτυρίες που αναφέρουν ότι υπήρξαν Γερμανοί που βοήθησαν τον κααταρεγμένο κόσμο εκείνες τις εφιαλτικές ώρες.

Από την άλλη πλευρά όμως, η συγκεκριμένη σκηνή είναι τόσο επίμαχη, τόσο επικίνδυνα ριψοκίνδυνη που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση παραποιώντας ακόμα και την ιστορική πραγματικότητα. Ο Δανός θεατής που θα δει την ταινίας και που δεν θα έχει ιδέα για τα Καλάβρυτα και την τραγωδία τους, δεν θα πιστέψει αλήθεια ότι ένας Γερμανός, τελικά έσωσε τα γυναικόπαιδα από την πυρά;

Θα είναι η αλήθεια αυτή όμως;

Βαθμολογία: 3

«Εξόριστος» (Exil, 2020) του Βισαρ Μορίνα

Από τις αρκετές «μικρές», εναλλακτικές ταινίες που (δυστυχώς) συσσωρεύονται και αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες, ανεπιφύλακτα ξεχωρίζει ο «Εξόριστος» τον οποίο και συνιστώ. Γυρισμένη στην Γερμανία από σκηνοθέτη γεννημένο στο Κόσβο και πολιτογραφημένο Γερμανό, η ταινία είναι το ακριβέστατο πορτρέτο ενός «κοινωνικά φυλακισμένου» ανθρώπου που (όπως ο σκηνοθέτης) προέρχεται από το Κόσοβο και ζει στην Γερμανία.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Μορίνα δεν επέλεξε έναν κατατρεγμένο, χωρίς στον ήλιο μοίρα μετανάστη γιατί έτσι συνήθως εμφανίζονται οι μετανάστες σε αυτού του τύπου τις ιστορίες) αλλά έναν καλλιεργημένο επιστημονα, χημικό με θέση σε μεγάλη εταιρία. Είναι παντρεμένος με Γερμανίδα (Σάντρα Χούλερ) είναι πατέρας και όλοι μαζί ζουν σε ένα όμορφο σπίτι. Είναι ένας αστός ανάμεσα σε άλλους αστούς. Και όμως όχι εν είναι. Κανείς δεν το λέει όμως όλοι το σκέφτονται: τι δουλειά έχει αυτός! ανάμεσά μας;

Η κάμερα εστιάζει με επιμονή στο πρόσωπο μα και το σώμα ενός ανθρώπου ψυχικά και σωματικά απροστάτευτου απέναντι στην σιωπηλή μισαλλοδοξία όλων εκείνων που τον περιτριγυρίζουν –  από την γειτονιά του μέχρι τον επαγγελματικό του χώρο.  Μικρές νύξεις αδιακρισίας, αστραπιαία βλέμματα απαξίωσης, ψεύτικη ευγένεια, επαγγελματικές παγίδες * και εκείνος, συγκρατημένος, πολιτισμένος, ευγενικός αλλά ποτέ αφελής στο τι συμβαίνει γύρω του. Η ταινία σε κερδίζει γιατί με όλες αυτές τις σκηνές καταφέρνει να ρίξει στην πυρά τον ρατσισμό, το buIIying και την διάκριση χωρίς την βοήθεια φωνών, κραυγών και σκηνών απροκάλυπτης βίας.

Βαθμολογία: 4

«Ιστορίες της τύχης και της φαντασίας» (Gûzen to sôzô ,Ιαπωνία 2021) του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι

Βραβευμένη με την Αργυρή Άρκτο Σκηνοθεσίας στο φετινό φεστιβάλ Βερολίνου, η ιαπωνική αυτή ταινία, είναι κάτι σαν μια ανθολογία διηγημάτων με φόντο την ζωή στο συγχρονο Τόκιο και με ήρωες νέους καθημερινούς ανθρώπους. Αθωώτητα και πονηριά κάνουν καλή παρέα στις ιστορίες, οι ηθοποιοί σε παρασύρουν με την απλότητα στο παίξιμό τους (Koτόνε Φουρουκάβα, Κιγιοχίκο Σιμπουκάβα, Κατσούκι Μόρι κ.α.), η κλασική μουσική στο φόντο σε καθιστά διαρκώς σε μια κατάσταση ευχαριστης ηρεμίας.

Δεν συμβαίνουν βέβαια και τόσα πολλά στις ιστορίες αυτές, η ταινία είναι περισσότερο μια αποτύπωση ανθρωπίνων συμπεριφορών. Στον Χαμαγκούτσι αρέσουν τα μεγάλα σε διάρκεια μονοπλάνα όπου η δράση περιορίζεται στα πίσω καθίσματα ενός αυτοκινήτου με δύο κοπέλες απλώς να συζητούν, ή μέσα σε ένα σαλόνι με ένα ζευγάρι να συζητά λες και παίζει την πιο δύσκολη παρτίδα σκακιού της ζωής του. Σε κάποια σημεία η ταινία θυμίζει εκείνες τις φρέσκες για την εποχή τους ταινίες νιότης του Ερίκ Ρομέρ («Η πράσινη αχτίδα», «Ο φίλος της φίλης μου» κ.α.), άλλοτε πάλι έχεις την αίσθηση ότι ο σκηνοθέτης έχει εντρυφήσει το σινεμά του Γούντι Αλεν και τώρα υποκλίνεται με τον δικό του τρόπο στον δάσκαλο. Σε κάθε περίπτωση τρεις ιστορίες – λουλούδια που καταλήγουν σε μια πολύ κομψή ανθοδέσμη.

Βαθμολογία: 3

«Antlers» (ΗΠΑ, 2021) του Σκοτ Κούπερ

Αν κάτι πάνω απ’ όλα συγκράτησα από αυτό το θρίλερ σε παραγωγή του Γκιγιέρμο Ντε Τόρο («Ο λαβύρινθος του Πάνα») αυτό είναι το πρόσωπο του μικρού πρωταγωνιστή του, Τζέρεμι Τ. Τόμας. Σπανίως βλέπεις τόσο εκφραστικά πρόσωπα παιδιών χωρίς καμία απολύτως επιτήδευση, πόσο μάλλον σε θρίλερ, όπου τα πράγματα κινδυνεύουν να δείξουν ψεύτικα (δύο που θυμάμαι να έχω συγκρατήσει είναι του Ντάνι Λόιντ στην «Λάμψη» και του Χάλεϊ Τζόελ Οσμέντ στην «Εκτη αίσθηση»).

Ο Τόμας είναι μικρό παιδί αλλά θυμίζει σχεδόν άντρα και αυτό σου δημιουργεί μια πολύ παράξενη αίσθηση ενώ παρακολουθείς την ιστορία του: όλα δείχνουν ότι ο μικρός, κάτοικος σε μια επαρχιακή πόλη των ΗΠΑ, είναι ένα  «ιδιαίτερο» παιδί  με το χάρισμα της επικοινωνίας με το απόκοσμο, το τρομακτικό. Εκείνο δηλαδή που σιγά -σιγά, υπόγεια, χωρίς θορύβους και χωρίς την μουσική να σε αποσυντονίζει για να σε τρομάξει, θα αρχίσει να εισχωρεί και στην συνείδηση του θεατή ο οποίος ταυτισμένος  με την δασκάλα του παιδιού (Κέρι Ράσελ) που έχει αποφασίσει να το βοηθήσει, θα την ακολουθήσει σε αυτό το δύσκολο ταξίδι επίλυσης του μυστηρίου, μιας πραγματικά χορταστικής ταινίας τρόμου.

Βαθμολογία: 3

«Το εργοστάσιο» (The factory, 2018) του Γιούρι Μπίκοφ

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας του ταλαντούχου Γιούρι Μπίκοφ (σκηνοθέτης της θαυμάσιας ταινίας «Ο ηλίθιος»), είναι τελικά το ίδιο το βασικό εύρημα της: θέλει να βρίσκεται διαρκώς στην ένταση, στην κίνηση και στον περιορισμένο σκηνικό χώρο. Εκεί όπου μη αντέχοντας άλλο την εκμετάλλευση του αφεντικού, οι εργάτες κάνουν την ανταρσία τους και τον πιάνουν όμηρο. Όμως με αυτόν τον τρόπο η ταινία μετατρέπεται σε μια αδιάκοπη κραυγή, μια αδιάκοπη διαμαρτυρία, μια αδιάκοπη ύβρι, μια αδιάκοπη καταγγελία, ένα αδιάκοπο σφυρηλάτηση των αισθήσεών μας που πολύ απλά, και παρά τις όποιες καλές προθέσεις των δημιουργών της, μπορεί να γίνει πολύ κουραστικό και μονότονο.

Βαθμολογία: 2

Προβάλλεται επίσης η ταινία κινουμένων σχεδίων «Αρχηγός από Κούνια 2: Οικογενειακή Υπόθεση» («The Boss BabyFamily Business», ΗΠΑ, 2021) που είναι η συνέχεια της ταινίας «Αρχηγός από κούνια» (2017) και στην οποία, δυστυχώς για κείνον, δίνει την φωνή του μέσ’ την τρελή χαρά, ο Αλεκ Μπάντουιν.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr