Το ερώτημα αυτό θέτει η Αμία Σρινιβάσαν στο νέο της βιβλίο με τίτλο «Το δικαίωμα στο σεξ: Ο φεμινισμός στον 21ο αιώνα», που συζητείται αυτόν τον καιρό σε όλο τον πλανήτη. Η ιδέα με το σάντουιτς δεν είναι δική της. Σε ένα άρθρο της που δημοσιεύτηκε το 2009 με τίτλο «Ας μου εξηγήσουν οι άνδρες τη Λολίτα», η αμερικανίδα συγγραφέας Ρεμπέκα Σόλνιτ σχολίαζε τη μισογυνική άποψη ότι οι μοναχικοί άνδρες που διψούν για σεξ καταπιέζονται από τις γυναίκες που αρνούνται να κοιμηθούν μαζί τους. «Για να μοιραστείς με κάποιον ένα σάντουιτς», έγραψε, «πρέπει να θέλει κι εκείνος να το μοιραστεί μαζί σου. Αν δεν θέλει, αυτό δεν συνιστά καταπίεση».

Σωστό, απάντησε το 2018 η Σρινιβάσαν από τις σελίδες του London Review of Books. Τι γίνεται όμως αν, όπως συμβαίνει συχνά στη ζωή, η κατάσταση είναι πιο πολύπλοκη από ένα γεύμα; Ας πάρουμε την ιστορία του 22χρονου Ελιοτ Ρότζερ, που το 2014 σκότωσε έξι άτομα στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Σε ένα μανιφέστο 107.000 λέξεων, ο δράστης – μισός λευκός, μισός Μαλαίσιος κινεζικής καταγωγής – έγραψε ότι ήθελε να τιμωρήσει τις «καυτές ξανθιές» που τον απέρριπταν. Η απάντηση των φεμινιστριών, που συμπυκνώθηκε στο hashtag #YesAllWomen (πρόδρομο του #MeToo), ήταν ότι κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να επιθυμεί κάποιον άλλον, όπως και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να είναι επιθυμητός. Σωστά όλα, λέει η Σρινιβάσαν. Ο Ρότζερ δεν ήταν μόνο μισογύνης, αλλά και ένας αμετανόητος ρατσιστής, απολύτως πεπεισμένος για την ταξική του ανωτερότητα επειδή υποτίθεται ότι ήταν απόγονος ενός άγγλου αριστοκράτη. Μήπως όμως μέσω του φαινομενικά αθώου μηχανισμού των «προσωπικών προτιμήσεων» εισχωρούν στην κρεβατοκάμαρα ο ρατσισμός, η τρανσφοβία, o μισαναπηρισμός; Το ποιος είναι επιθυμητός και ποιος όχι, το «fuckability» που λένε οι Αγγλοσάξονες, δεν είναι εν τέλει ένα πολιτικό ζήτημα, που διαμορφώνεται από συστήματα κυριαρχίας και αποκλεισμού;

Οπαδός του ουτοπικού φεμινισμού, η 37χρονη φιλόσοφος διακρίνει στο βιβλίο της διάφορα είδη επιθυμιών. Τις επιθυμίες που ελπίζουμε να έχουμε λόγω του τρόπου με τον οποίο θέλουμε να μεταχειριζόμαστε τους άλλους. Τις επιθυμίες που έχουμε λόγω του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνία. Τις επιθυμίες που μας επιτρέπεται να εκφράζουμε. «Το ερώτημα του τι επιθυμούμε σε αντίθεση με αυτό που θα θέλαμε να είναι ενδιέφερε πάντα τις θεωρητικούς του φεμινισμού, και ιδιαίτερα εκείνες του δεύτερου κύματος στη Βόρεια Αμερική», λέει η Σρινιβάσαν σε μια συνέντευξή της στο Nation. «Δεν μας αρέσει να το παραδεχόμαστε, γιατί μας αρέσει να πιστεύουμε ότι οι σεξουαλικές μας επιθυμίες είναι πολύ προσωπικές και αφορούν αποκλειστικά εμάς τους ίδιους, αλλά διάφορες απεχθείς πολιτικές δυνάμεις καθορίζουν ποιος είναι επιθυμητός και ποιος όχι, ποια είδη σωμάτων είναι επιθυμητά, ή τουλάχιστον ποια θεωρούνται επιθυμητά».

Η Σρινιβάσαν καταπιάνεται και με μια άλλη έννοια που έχει έρθει τελευταία στο προσκήνιο: τη συναίνεση. Πρόκειται για ένα μεγάλο νομικό επίτευγμα, λέει στο Nation, καθώς η σεξουαλική επίθεση οριζόταν κάποτε με αποκλειστικό γνώμονα την παρουσία ή απειλή βίας και δεν λάμβανε υπόψη περιπτώσεις όπου τα θύματα πάγωναν από τρόμο ή αποδέχονταν μια σεξουαλική πράξη επειδή φοβόντουσαν τις συνέπειες μιας άρνησής τους. Οταν όμως η συναίνεση γίνεται το μοναδικό κριτήριο που διακρίνει το επιτρεπτό από το μη επιτρεπτό σεξ, αρχίζουμε να έχουμε πρόβλημα. Κι αυτό, επειδή υπάρχουν πολλές σεξουαλικές συνευρέσεις που είναι συναινετικές, αλλά ηθικά προβληματικές.

Ενα παράδειγμα είναι το σεξ μεταξύ καθηγητή και φοιτήτριας. Πολλά πανεπιστήμια στις ΗΠΑ απαγορεύουν τέτοιες σχέσεις με το επιχείρημα ότι η εξουσία του καθηγητή καθιστά άνευ περιεχομένου την έννοια της συναίνεσης. Αλλά αυτό δεν φτάνει. Σε πολλές περιπτώσεις έχουμε δύο συναινούντες ενηλίκους που κάνουν σεξ, χωρίς αυτό να καθιστά την κατάσταση λιγότερο προβληματική. Και το πρόβλημα εδώ είναι ότι οι καθηγητές πρέπει να διδάσκουν τις φοιτήτριες και τους φοιτητές τους, όχι να κάνουν σεξ μαζί τους. Οφείλουν λοιπόν να ανακατευθύνουν τα ισχυρά συναισθήματα που δημιουργούν ώστε να επωφελούνται όχι οι ίδιοι, αλλά οι φοιτητές τους.

Εκτός από ουτοπική φεμινίστρια, η Σρινιβάσαν δηλώνει ανεπιφύλακτα και σοσιαλίστρια.  Αναγνωρίζει φυσικά ότι ο καπιταλισμός υπήρξε κινητήρας ανάπτυξης και καινοτομίας. Βλέπει όμως τη φτώχεια εν μέσω της αφθονίας. Βλέπει μια τάση προς τη δημιουργία κρίσεων που πλήττουν πάντα τους μη προνομιούχους: χαρακτηριστικό παράδειγμα η πανδημία. Βλέπει τη δημιουργία μορφών εργασίας που αποξενώνουν και εξαθλιώνουν. Βλέπει μια αδυναμία αντιμετώπισης της μεγαλύτερης κρίσης που έχει ζήσει ποτέ η ανθρωπότητα, δηλαδή της κλιματικής αλλαγής. Και βλέπει ένα τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας: «Η ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένα δημοκρατικό σύστημα είναι το απόλυτο ανέκδοτο».

Αμία Σρινιβάσαν (1984 – )
Φον Τρίερ και Φεράντε
Γεννημένη στο Μπαχρέιν από ινδούς γονείς, η Σρινιβάσαν έχει ζήσει στην Ταϊβάν, τη Σιγκαπούρη, τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο. Από το 2020, διδάσκει κοινωνική και πολιτική θεωρία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Oταν τη ρωτά το Nation ποια έργα τέχνης πραγματεύονται κατά τη γνώμη της με ενδιαφέροντα τρόπο τις διαφορές εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών, ξεχωρίζει περιέργως τον Αντίχριστο του Λαρς φον Τρίερ. «Πολλοί τη θεωρούν μια φρικτή και σεξιστική ταινία, αλλά εγώ πιστεύω ότι είναι ένα άκρως φεμινιστικό κείμενο για άνδρες που τρελαίνουν κυριολεκτικά τις γυναίκες». Αλλα παραδείγματα είναι το «Ζευγάρωμα» του Νόρμαν Ρας, οτιδήποτε έχει γράψει ο Τζέιμς Μπάλντουιν, η «Παρέα» της Μέρι ΜακΚάρθι, το «Priestdaddy» της Πατρίτσια Λόκγουντ, το «Ναπολιτάνικο κουαρτέτο» της Ελενα Φεράντε, οι ταινίες «Το Παρίσι καίγεται» της Τζένι Λίβινγκστον και «Tangerine» του Σον Μπέικερ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο