Στα τέλη του περασμένου Ιουνίου, ο Ολαφ Σολτς είχε ένα πρόβλημα. Ο ίδιος ήταν ο πιο δημοφιλής πολιτικός της χώρας του: το 35% των Γερμανών τον ήθελε για διάδοχο της Μέρκελ, έναντι 20% που ήθελαν τον Λάσετ και 16% την Μπέρμποκ. Το κόμμα του όμως, το SPD, αγωνιζόταν να κρατηθεί στην τρίτη θέση. Ο υπουργός Οικονομικών έστειλε τότε ένα μήνυμα στους συμπατριώτες του μέσω μιας συνέντευξής του στους Financial Times: «Αν με θέλετε καγκελάριο, θα πρέπει να ψηφίσετε SPD».

Το αποτέλεσμα είναι ότι προχθές, για πρώτη φορά την τελευταία 15ετία, οι Σοσιαλδημοκράτες εκτόπισαν τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Πράσινους και κατέκτησαν την πρώτη θέση. Ο Σολτς θεωρείται τώρα ο πιθανότερος επόμενος καγκελάριος. Και με βάση τα σημερινά δεδομένα, θα κυβερνήσει μαζί με τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους.

Μια ανάλογη τακτική ακολούθησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης για να εκλεγεί πρώτα πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και στη συνέχεια πρωθυπουργός. Ο ίδιος διαφωνεί σε πολλά σημεία με το κόμμα του. Επίσης δεν έχει ψευδαισθήσεις για τις ικανότητες των περισσότερων στελεχών του μηχανισμού. Είπε λοιπόν στους ανθρώπους που, ανεξάρτητα από την ιδεολογία τους, τον εκτιμούν και του έχουν εμπιστοσύνη: κάντε με πρωθυπουργό και μη σας νοιάζει, ξέρω εγώ πού θα βρω αυτούς με τους οποίους θα κυβερνήσω.

Ο Μητσοτάκης κέρδισε το στοίχημα. Και ο ΣΥΡΙΖΑ κατάλαβε γρήγορα ότι το σύνθημά του για την παλινόρθωση του κράτους της Δεξιάς δεν τον οδηγούσε πουθενά: ποια Δεξιά, όταν σε όλες σχεδόν τις θέσεις – κλειδιά έχουν τοποθετηθεί κεντροαριστεροί; Εστρεψε έτσι τα πυρά του εναντίον του Πρωθυπουργού προσωπικά. Από τον Καρτερό μέχρι τον Τσίπρα, όλοι σ’ αυτόν επιτίθενται.

Αλλά ούτε αυτή η στρατηγική φέρνει αποτελέσματα. Και ο βασικός λόγος δεν έχει να κάνει με τον Μητσοτάκη, που έτσι κι αλλιώς δεν είναι εύκολος αντίπαλος, αλλά με τους κατηγόρους του.

Με το ότι δηλαδή ο Καρτερός είναι ο Καρτερός και ο Τσίπρας είναι ο Τσίπρας. Οσο κι αν φωνάζουν ότι ο Μητσοτάκης τη μια μέρα ζητάει συγγνώμη για τις φωτιές και την άλλη την παίρνει πίσω, η απήχησή τους είναι περιορισμένη. Δοκιμάστηκαν, κόντεψαν να μας καταστρέψουν, απέτυχαν, πρέπει να αλλάξουν για να ξαναπροσπαθήσουν.

Το ίδιο πρόβλημα έχει και το ΚΙΝΑΛ: αρκετοί θα μπορούσαν να σκεφτούν να το ψηφίσουν, αλλά αποθαρρύνονται από τον λαϊκισμό της αρχηγού του και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα αλλάξουν στάση αν τα ηνία αναλάβει ένας από τους δύο βασικούς της αντιπάλους.

Οπως ο γερμανός κεντροαριστερός, έτσι και ο έλληνας κεντροδεξιός επωφελείται λοιπόν τόσο από την προσωπική του ακτινοβολία όσο και από τα μειονεκτήματα των άλλων. Ο πρώτος όμως, εφόσον κυβερνήσει, θα μπορεί να επιρρίπτει τις ευθύνες για τις όποιες αστοχίες στα άλλα κόμματα του συνασπισμού. Ο δεύτερος είναι υποχρεωμένος να τα παίρνει όλα πάνω του. Κι αυτό έχει πάντα ένα ρίσκο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο