Η ταινία «Μπέκετ» (Beckett) βρίσκεται στην κορυφή των προτιμήσεων των ελλήνων συνδρομητών στην πλατφόρμα του Netflix. Λογικό. Πρόκειται για μια αγγλόφωνη παραγωγή με έντονο ελληνικό στοιχείο, ακριβέστερα η ταινία είναι εξ ολοκλήρου γυρισμένη στην Ελλάδα.

Ηταν γι’ αυτό τον λόγο, άλλωστε, ήδη πολυδιαφημισμένη στη χώρα μας και το καστ – με τον ανερχόμενο Τζον Ντέιβιντ Γουάσινγκτον και την βραβευμένη με Οσκαρ, Αλίσια Βικάντερ – ίσως προσεγγίσει και το παγκόσμιο κοινό.

Συνεπώς, η ταινία θα μπορούσε να αποτελέσει και ένα όπλο προβολής για την Ελλάδα σε μια περίοδο που η θετική εικόνα της αναδεικνύεται σε θέμα ζωτικής σημασίας.

Ως προς την υπόθεση, πρόκειται για μια περιπέτεια καταδίωξης που δεν καθηλώνει, ένα ανθρωποκυνηγητό με πολιτικό υπόβαθρο, που δεν αποτελεί βέβαια κινηματογραφική πρωτοτυπία.

Τα υπόλοιπα, για τον ρυθμό, την ένταση, την απόδοση των ρόλων και τα κινηματογραφικά ευρήματα, ο λόγος ανήκει στους σινεκριτικούς.

Με τους τίτλους τέλους, ωστόσο, στο μυαλό κάθε θεατή, τουλάχιστον στα μέρη μας, το ερώτημα που αναζητεί απάντηση έχει να κάνει με το κατά πόσο η εικόνα που εκπέμπεται για την Ελλάδα είναι η εικόνα μιας χώρας που έχει θέση στον δυτικό κόσμο.

Αν θέλει κανείς να πει τα πράγματα με το όνομά τους – και αφού βέβαια έχει δει πρώτα το συγκεκριμένο έργο – είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν κάποιος αδαής θεατής για την ελληνική πραγματικότητα και το ελληνικό τοπίο θα παρακινηθεί από όσα είδε να επισκεφθεί τη χώρα μας.

Η ταινία δεν διαφημίζει την ελληνική θάλασσα και το ελληνικό φως. Εάν αυτό προσδοκούσαν όσες αρμόδιες Αρχές την περίμεναν με αδημονία, δεν μπορεί να βρει θέση σε ένα διαφημιστικό του ΕΟΤ για το ελληνικό τουριστικό προϊόν.

Το ταξίδι του πρωταγωνιστή από την Ηπειρο μέχρι την Αθήνα, εκτός από τη δική του περιπέτεια, συνοδεύεται από μια ζοφερή εικόνα της χώρας.

Σε επίπεδο σκηνογραφίας, η ταινία δεν εξαπατά. Το άγριο τοπίο που επέλεξε να δείξει ο σκηνοθέτης Φερντινάντο Τσίτο Φιλομαρίνο από την ελληνική επαρχία είναι πραγματικό. Οπως και τα αρχαία μνημεία που τα πνίγουν τα ξερόχορτα, τα βρώμικα τρένα και η ρυπαρή και οικιστικά άναρχη πόλη.

Ολα όσα δείχνει η ταινία είναι εικόνες της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά επιλεγμένες με τέτοιον τρόπο που παραπέμπουν σε μια τριτοκοσμική χώρα. Η Αθήνα του «Μπέκετ» θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί το σκηνικό για μια ταινία που διαδραματίζεται σε πόλη της Μέσης Ανατολής.

Εάν ο στόχος της παραγωγής ήταν να αναδείξει τις συνέπειες και τα βαθιά σημάδια που αφήνει η πολυετής οικονομική και κοινωνική κρίση σε μια περιοχή, ο στόχος επιτεύχθηκε.

Η Ελλάδα και η Αθήνα, κηλιδωμένες, εκπέμπουν μια αποκρουστική εικόνα που δεν θέλει να πλησιάσει κανείς.

Ακόμη και η αίσθηση της ελληνικής φιλοξενίας συνθλίβεται μέσα στο βρώμικο σκηνικό. Εάν η Τουρκία προσπαθούσε επί χρόνια να ξεφύγει από την εικόνα που είχε φιλοτεχνήσει πριν από τέσσερις δεκαετίες το «Εξπρές του μεσονυκτίου» του Αλαν Πάρκερ, η Ελλάδα είναι πιθανό να κινηθεί σε ανάλογους δρόμους με τον «Μπέκετ».

Οι αστυνομικοί δε στην Ελλάδα, δεν είναι μόνο απαγωγείς και δολοφόνοι, αλλά κυκλοφορούν στα αστυνομικά τμήματα «χύμα» – με ανοικτά τα υπηρεσιακά πουκάμισα για να δείχνουν τις στάμπες που έχουν από μέσα τα μακό φανελάκια τους…

Πιθανότατα η ταινία του Netflix να ανοίξει τη συζήτηση για τους όρους και τις προϋποθέσεις που η Ελλάδα βάζει στο τραπέζι για να υποδεχθεί ξένες κινηματογραφικές, καταβάλλοντας ακόμη και το 40% του κόστους παραγωγής.

Η πρόσφατη παραγωγή, βουλγαρικών συμφερόντων, με τον Αντόνιο Μπαντέρας, άλλωστε, μπορεί να ξεσήκωσε τη Θεσσαλονίκη, αλλά καμία προβολή της πόλης δεν θα προσφέρει, καθώς ο θεατής θα ταξιδεύει στο Μαϊάμι, όπου εκτυλίσσεται το έργο.

Οπως δεν προσέφερε και καμία, έστω και ολιγοήμερη, θέση εργασίας.

Το μόνο παρήγορο στον «Μπέκετ» είναι ότι σωτηρία ένας κυνηγημένος αμερικανός πολίτης δεν θα βρει ούτε στον «πολιτισμένο» και μοναδικό καθαρό χώρο του έργου, την αμερικανική πρεσβεία…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο