Ένα από τα πιο συχνά παραδείγματα, που οι δυτικές κοινωνίες αναφέρουν ως απόδειξη της ανελευθερίας που διέπει τον μουσουλμανικό κόσμο, είναι η υποχρέωση των γυναικών, σε πολλές μουσουλμανικές χώρες, να φορούν μαντίλα.

Σύμφωνα με την μουσουλμανική θρησκεία και παράδοση η μαντίλα προστατεύει τη σεμνότητα και την ιδιωτικότητα των γυναικών από άγνωστους προς αυτές άνδρες.

Μια πολύ μεγάλη μερίδα γυναικών έχουν ασπασθεί την υποχρέωσή τους αυτή μετατρέποντάς την σε προσωπική τους ανάγκη, ενώ επίσης πολλές είναι οι γυναίκες που αντιμετωπίζουν την υποχρεωτική χρήση της μαντίλας ως μία κατάφορη καταπάτηση της προσωπικότητάς τους και των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.

Σε χώρες της Δύσης όπου οι μουσουλμάνοι αποτελούν σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, το ζήτημα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο.

Υπάρχουν μουσουλμάνες, που παρά την αγάπη τους για τη θρησκεία τους δεν θέλουν να φορούν μαντίλα και το καταφέρνουν είτε επειδή γεννήθηκαν στη Δύση είτε επειδή μεταναστεύοντας βρίσκονται πλέον μακριά από το ανελεύθερο καθεστώς της χώρας που άφησαν.

Υπάρχουν όμως και πολλές μουσουλμάνες που επιθυμούν να φορούν μαντίλα, συναντούν όμως τις αντιδράσεις όσων ζητούν την απαγόρευσή της ως δείγμα μουσουλμανικού φανατισμού και άρνησης προσαρμογής των μουσουλμάνων στα επίσημα ήθη και έθιμα της χώρας όπου ζουν.

Σε αυτήν τη δίνη ζει εδώ και χρόνια η Γαλλία των 6 εκατομμυρίων μουσουλμάνων που αντιστοιχούν περίπου στο 8 με 9% του γενικού της πληθυσμού.

Τον περασμένο Οκτώβριο, ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν σε μια κομβικής σημασίας ομιλία του με τίτλο «Separatisme» (αποσχιστικές τάσεις) και υπό το βάρος δολοφονικών επιθέσεων με δράστες εξτρεμιστές ισλαμιστές, έκανε λόγο για τον κίνδυνο του «ισλαμιστικού αυτονομισμού».

Ως απάντηση σε αυτόν τον κίνδυνο, λίγες ημέρες πριν, ψηφίστηκε στη Γαλλία νόμος που σύμφωνα με την κυβέρνηση ενισχύει την κοσμικότητα της γαλλικής κοινωνίας, όμως σύμφωνα με τους επικριτές της καταπατά τις θρησκευτικές ελευθερίες, καθώς θα οδηγήσει  στο κλείσιμο τοπικών μουσουλμανικών ενώσεων και θα επηρεάσει σοβαρά την κατασκευή τζαμιών.

Σύμφωνα με την Guardian, στους 7 μήνες διαβουλεύσεων, συζητήθηκε έντονα το ενδεχόμενο επέκτασης της απαγόρευσης της μαντίλας. Ως τώρα η χρήση της μαντίλας απαγορεύεται  σε γυναίκες που κατέχουν θέσεις στον δημόσιο τομέα, συζητήθηκε όμως η επέκταση της απαγόρευσης και σε ιδιωτικούς οργανισμούς που παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες.

Επίσης τέθηκε ζήτημα απαγόρευσης των «burkinis», των ειδικών δηλαδή ολόσωμων μαγιό αλλά και απαγόρευσης χρήσης της μαντίλας σε κορίτσια κάτω των 18 και σε μητέρες που συνοδεύουν τα παιδιά τους σε σχολικές εκδρομές.

Οι συγκεκριμένες απαγορεύσεις δεν συμπεριλήφθηκαν τελικά στον νόμο, πλέον όμως αποτελούν αντικείμενο έντονης δημόσιας συζήτησης.

Επιπλέον δεν έχουν περάσει πολλές ημέρες από την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) σύμφωνα με την οποία «η απαγόρευση του να φοράει κάποιος ορατές εκφράσεις πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων στο χώρο εργασίας μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη του εργοδότη να παρουσιάζει μια ουδέτερη εικόνα προς τους πελάτες ή να αποτρέψει κοινωνικές διενέξεις»

Το ΔΕΕ αναφέρει βέβαια ότι μια τέτοια απαγόρευση, όπως η απαγόρευση της μαντίλας θα «πρέπει να ανταποκρίνεται σε μια γνήσια ανάγκη από την πλευρά του εργοδότη και, συμφιλιώνοντας τα δικαιώματα με τα συμφέροντα που διακυβεύονται», γνωρίζουμε όμως πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι να διαπιστώνεται κάτι τέτοιο.

Πηγή: npr.org

Η δημοκρατική Ευρώπη (αφήνουμε έξω τις ακροδεξιές φωνές) προσπαθεί εδώ και χρόνια να ισορροπήσει μεταξύ της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς και ταυτότητας και του σεβασμού της ελευθερίας της πολιτιστικής και θρησκευτικής έκφρασης εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν σε αυτή, ακολουθούν όμως ήθη και έθιμα εντελώς διαφορετικά από τα δικά της.

Δύσκολα μπορεί κανείς να βρει το ιδανικό μονοπάτι μέσα σε μια τέτοια ισορροπία, ο δρόμος της απαγόρευσης όμως μοιάζει να είναι ο πιο επικίνδυνος.

Ακριβώς αυτό προκύπτει και από την ιστορία της 41 ετών μουσουλμάνας Αΐσα , μητέρας πέντε παιδιών, που μεγάλωσε σε μια εργατική συνοικία του Παρισιού.

Το 1994,  σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών κλήθηκε να διαχειριστεί την κυβερνητική οδηγία προς τα σχολεία, για την απαγόρευση της μαντίλας.

«Ήμουν πρότυπο μαθήτριας μέχρι που αρνήθηκα να βγάλω την μαντίλα.

»Δεν είχα αργήσει, ούτε απουσιάσει ποτέ, και όμως βρέθηκα να στέκομαι μπροστά σε πειθαρχικό συμβούλιο.

»Μας υποχρέωναν να πηγαίνουμε στο σχολείο, αλλά απαγορευόταν να παρακολουθήσουμε μαθήματα και να βγαίνουμε στο προαύλιο μαζί με τους άλλους μαθητές. (…)

»Ήταν σαν να μου ζητούν να γδυθώ. (…) Κατέληξα με λάθος παρέες που με έπεισαν ότι δεν είχε νόημα να σπουδάσω αφού δεν θα μπορούσα ποτέ να βρω δουλειά αν δεν έβγαζα τη μαντίλα, κάτι που δεν είναι και τελείως ψέμα.

»Απομονώθηκα και ήμουν στο έλεος αμόρφωτων ανθρώπων που μου είπαν ότι ο γάμος ήταν ο μόνος δρόμος.

»Η κυβέρνηση μιλά για τον κίνδυνο να διαχωρίζουν οι ταυτότητες, αυτό όμως ακριβώς είναι που επέβαλαν οι ίδιοι σε εμένα. (…)

»Με έκαναν να εγκλωβιστώ σε μία μόνο διάσταση της ταυτότητάς μου – τη θρησκεία μου – ενώ πάντα με ενδιέφεραν πολλά περισσότερα. (…)

»Ο νέος νόμος για τον διαχωρισμό θέλει να σταματήσουν τα κορίτσια κάτω των 18 να φοράνε μαντίλα, σας το λέω όμως ότι απλώς θα τις κάνει να θέλουν να τη φορέσουν περισσότερο».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο