Ο στρατιώτης ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου

Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

*Από τη συλλογή Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο κόσμο, 1958

 
 

Ησυχάστε

Πρωί πρωί καθώς έβγαινα από το σπίτι μου,
είδα το αγγελτήριο του θανάτου μου.
«Τον αγαπημένο μας φίλο…» έγραφε.
Ώστε λοιπόν δεν είχα συγγενείς.
Πήρα γρήγορα ένα ταξί κι ανέβηκα στην Κηφισιά.
Σ’ όλο τον δρόμο υπήρχαν τεράστια πανώ που
γράφαν:
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Στην Κηφισιά είχα ραντεβού με τον Διάβολο.
Καθόταν σ’ ένα καφενείο και με μία μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τα ρούχα του.
-Εντάξει, μου είπε, είναι όλα κανονισμένα.
-Σας εξασφαλίσαμε ακόμα και νερό.
-Ησυχάστε
-Ησυχάστε
-Ησυχάστε

*Από τη συλλογή Καταβύθιση, 1990

 
 

Η μητέρα

Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν
γεμάτοι ερείπια· μοναχά τοίχους πεσμένους και
πέτρες έβλεπες· κι ούτε ένας άνθρωπος δεν φαινόταν.
Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα.
Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,
με πήρε απ’ το χέρι και βρεθήκαμε σ’ ένα
συμπαθητικό δωμάτιο, το σπίτι μας.
Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…
Κι αυτή: Μη κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του.

*Από τη συλλογή Έκτοτε, 1996

 
 

Ο Μίλτος Σαχτούρης, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους  της μεταπολεμικής υπερρεαλιστικής ποίησης, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου 1919.

Γιος του δικαστικού και νομικού συμβούλου του κράτους Δημητρίου Σαχτούρη και της Αγγελικής Παπαδήμα, αλλά και δισέγγονος του ξακουστού υδραίου ναυμάχου του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη, ο Μίλτος σπούδασε νομικά χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Η καταγωγή του από μια σχετικά εύπορη οικογένεια τού έδωσε τη δυνατότητα να αφιερωθεί αποκλειστικά στην ποίηση χωρίς το άγχος του βιοπορισμού.

Ο Σαχτούρης πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο των γραμμάτων το 1938, όταν δημοσίευσε (με το ψευδώνυμο Mίλτος Xρυσάνθης) ένα διήγημα στο περιοδικό Εβδομάδα.

Ο Σαχτούρης άρχισε να γράφει ποιήματα την άνοιξη του 1941, ενώ το 1943 γνώρισε τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία.

Η πρώτη εμφάνιση του Σαχτούρη ως ποιητή, κατόπιν παροτρύνσεως του Ελύτη, έγινε το 1944 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα.

Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε και η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Η λησμονημένη».

Τα ποιήματά του έγιναν αρχικώς δεκτά με επικριτικά σχόλια, και η καταξίωσή του άρχισε να γίνεται πραγματικότητα μόλις από τις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης του Σαχτούρη είναι ο αντιλυρικός χαρακτήρας και το παράλογο (θεωρείται εισηγητής της ποίησης του παραλόγου στην Ελλάδα).

Ο άνθρωπος των ποιημάτων του διακατέχεται από αγωνία και ασφυκτιά, μέσα σε έναν κόσμο κλειστό και εχθρικό.

Ο λόγος του —λιτός, σοβαρός και εμμέσως πολιτικός— αντλεί τη δύναμή του από την καίρια χρήση της λέξης και του συμβόλου, που αυτονομείται και αποκτά τη δική του, ξεχωριστή οντότητα, καθώς σημαίνει το αναπόδραστο.

Ο Σαχτούρης ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση έργων των Μπέρτολτ Μπρεχτ και Φραντς Κάφκα, ενώ συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά.

Κατά τη διάρκεια της λογοτεχνικής πορείας του ο Σαχτούρης τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα στίγματα» (1963), με το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Εκτοπλάσματα» (1987) και με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του (2003).

Ο Μίλτος Σαχτούρης απεβίωσε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2005.

*Στη φωτογραφία που συνοδεύει το ανωτέρω κείμενο εικονίζεται έργο του ζωγράφου Ιορδάνη Γιαβουρίδη (λάδι σε καμβά).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο