Βρισκόμαστε στα μέσα Απριλίου του 1821, και στην Πελοπόννησο έχουν ήδη διεξαχθεί οι πρώτες μάχες, με νικητές άλλοτε τους Έλληνες και άλλοτε τους Οθωμανούς που ως κέντρο τους έχουν την Τριπολιτσά.

Εκεί βρίσκονται εδώ και καιρό αιχμάλωτοι, αρκετοί έλληνες πρόκριτοι και ιερείς που κατόπιν εντολής των Τούρκων είχαν δεχθεί να παραδοθούν πριν την κήρυξη της επανάστασης, ως εχέγγυο ότι δήθεν οι Έλληνες δεν θα επαναστατούσαν.

Γράφει το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 3ης Νοεμβρίου 1930:

«Είτε οι Τούρκοι νικούσαν, είτε την πάθαιναν ήθελαν πάντα να ξεσπάσουν κατά των προεστών και δεσποτάδων. Μετά την αποτυχία τους στο Λεβίδι, τη ώρα που ο στρατός έμπαινε στην Τριπολιτσά, ντροπιασμένος, κι οι [Τούρκοι] λαβωμένοι, μαντηλοδεμένοι, ματωμένοι, ώρμησε στο σαράϊ ο όχλος (σ.σ. που ήταν κρατούμενοι) και γύρεψε με βουή τα κεφάλια τους»

Οι Έλληνες όμως ήταν πλέον υπολογίσιμη δύναμη και ο καϊμακάμης – τούρκος διοικητής – της Τριπολιτσάς ανησυχούσε πλέον ακόμα και για την ασφάλεια της Τριπολιτσάς, μιας τόσο μεγάλης και καλά οχυρωμένης πόλης.

«Αν αυτός του έσφαζε – συλλογιζόταν – τι θάκαναν οι Έλληνες αν έμπαιναν μια μέρα στην Τριπολιτσά; Είπε λοιπόν ψέματα στους όχλους: Αυτούς μου τους έχει ο Χουρσίτ πασάς ενέχυρο. Δεν μπορώ να τους χαλάσω, αν δε με διατάξη ο ίδιος».

Μια ομάδα Τούρκων της Τριπολιτσάς όμως προσπάθησε με σκευωρία να αλλάξει την άποψη του καϊμακάμη.

«Έφεραν σε δυό – τρεις μέρες, μπροστά του, έναν ελεεινό και τρισάθλιο ραγιά Τριπολιτσιώτη, καλά δασκαλεμένο. (…) Ο χριστιανός με κλάματα ψεύτικα κι άλλα καμώματα εκμυστηρεύτηκε ότι τάχα ο ανηψιός του Παπαλέξη (σ.σ. ενός από τους έλληνες κρατούμενους) τον έστελνε στο Λεβίδι, να ειδοποιήσει τους Έλληνες ότι θα ξανάβγαιναν οι Τούρκοι με περισσότερη δύναμη και με κανόνια να τους χτυπήσουν».

Ο ψευδομάρτυρας οδηγήθηκε στον χώρο που κρατούνταν οι Έλληνες κι εκεί υπέδειξε τους δύο δήθεν συνεργάτες του.

«Η τύχη τους αποφασίστηκε. Τους κατέβασαν αμέσως στην αυλή. Ο όχλος αλάλαξε, μούγκρισε σαν τ’ αγρίμι στο κλουβί, που του μυρίζεται κρέας, όταν πάνε να το ταΐσουν. Άστραψε το γιαταγάνι του μπόγια.

–       Μαρτυράτε, βρε, φώναξε ο καϊμακάμης κι ο Κιαμήλμπεης, από το παράθυρο, να γλυτώστε τη ζωή σας!

–       Εμείς, αποκρίθηκαν γενναιόψυχα, ψέματα δε λέμε. Και ό,τι θέλετε κάμετε.

»Το γιαταγάνι κατέβηκε μ’ ορμή. Του Κώστα το κεφάλι έπεσε μ’ ένα χτύπο, του αλλουνού με δυό. Παγωμάρα, βουβαμάρα θανάτου. Άλικο συντριβάνι τινάχτη από τα λαιμά τους. Τα κορμιά σπάραζαν».

Λίγες ημέρες αργότερα δόθηκε συνέχεια.

«Την Κυριακή του Θωμά μπήκαν στην κάμαρή τους (σ.σ. των ελλήνων προκρίτων) οι φύλακες όλοι. Ο αρχιδεσμοφύλακας τούς πρόσταξε λακωνικά:

–       Καλκν! – σηκωθήτε!

»Τινάχτηκαν απάνω. Αγκαλιαζόντανε, φιλιόντανε, συχώραγε ο ένας τον άλλο με κλάματα. Ο Αναστάσης Μαυρομιχάλης, κλαίγοντας κι αυτός, τους έλεγε:

–       Έχει ο Θεός…έχει ο Θεός…

(…)

»Ο Μήτρος Ροδόπουλος, από τους κρατούμενους προεστούς, παναιασμένος, νεκρός απ’ την τρομάρα, γύρεψε να ιδή τον παλιό του φίλο Μουσταφάμπεη. Ήρθε. Τραβήχτηκαν σε μια γωνιά και τούπε με χείλη πούτρεμαν:

–       Απόφασι πήρα να προσκυνήσω το Μουχαμέτη. Γίνουμε Τούρκος!

»Και γλύστρησαν μαζί έξω. Είχε το κεφάλι κάτω, δεν είπε λόγο σε κανέναν. Ούτε οι άλλοι του μίλησαν, είχαν καταλάβη. Αδύνατη, δειλή ψυχή, τράβα, θα καταλάβης σε λιγάκι ότι ο ήθικος θάνατος είνε χίλιες φορές χειρότερος απ’ το φρικτότερο μαρτύριο».

Οι Τούρκοι χώρισαν τους έλληνες πρόκριτους και ιερείς.

Κάποιους τους μετέφεραν σε δωμάτια και οικήματα με καλύτερες συνθήκες, επιχειρώντας έτσι να έρθουν σε συναλλαγή μαζί τους και άλλους τους κατέβασαν στο μπουντρούμι του σαραγιού που πάντα κρατούνταν οι βαρυποινίτες.

«Μαύρος μεσαίωνας, απαίσια ιερή εξέτασι φύσαγε σ’ αυτό το άθλιο κελί. Ήτανε στρωμένο με σκεβρωμένες, σάπιες σανίδες. Στη μέση ακριβώς έλειπε μία. Και στη θέσι της είχαν βάλη ένα πάτερο, από τον έναν τοίχο του κελιού στον άλλο.

(…)

» Ένα κούτσουρο ήτανε πεταμένο σε μια γωνιά, γεμάτο από αίματα παλιά, μαυρισμένα, κοντά ένα σαρδελοβάρελο και μερικά ουροδοχεία. Η ατμόσφαιρα βαρειά, πνιγηρή, το κελί δεν μπορούσε ν’ αερισθή από το μονάκριβο, σιδερόφρακτο παραθυράκι που είχε.

»Έσπρωξαν μέσα τους προεστούς και δεσποτάδες και τους πέρασαν αμέσως στις αλυσίδες, τους έδεσαν τον ένα με τον άλλο. (…) Όταν τους αλύσωσαν και τους στρίμωξαν έτσι όλους, είδαν ότι δεν έφθανε η αλυσίδα για να δέσουν και τους δεκαοκτώ διάκους, υπηρέτες κι αιχμαλώτους που είχαν.

(…)

»Ο καϊμακάμης σκέφτηκε να δώση αυτούς, θύματα στη λύσσα του όχλου, να ξεθυμάνη. Πρωί πρωί του έβγαλαν από τη φυλακή με τις αλυσίδες τους. Οι προεστοί και οι δεσποτάδες τους είδαν να φεύγουν, να χάνονται.

»Πέρασε ώρα πολλή. Καμμιά φορά βλέπουν τέσσερες στρατιώτες να φέρνουν πίσω την αλυσίδα, στους ώμους τους, κρεμασμένη από δυό δοκάρια. (…) Είδαν σε λιγάκι με φρίκη να φέρνουν άλλοι τα κεφάλια τους και να τα στένουν, παράταξι, πλάϊ στην αλυσίδα»

Οι έλληνες πρόκριτοι και οι προεστοί ζούσαν μέσα στο μπουντρούμι σε άθλιες συνθήκες. Δεν χώραγαν ούτε τα πόδια τους να τεντώσουν. Στρυμωγμένοι, ο ένας πάνω στον άλλον με τη δυσεντερία να τους βασανίζει υποχρεώθηκαν να ζουν κυριολεκτικά μέσα στις ακαθαρσίες τους. Όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο ο Δεληγιάννης διαμαρτυρήθηκε σε έναν τούρκο αξιωματούχο που είδε να περνάει έξω από το κελί τους.

«-       Τι θέλετε; Ρώτησε ο Τούρκος

–       Άνοιξε τη φυλακή και μπες μέσα.

Μπήκε και είδε τα χάλια.

–       Γιατί μας κάνετε έτσι; Ρώτησε ο Δεληγιάννης. Αν θέλετε να μας σκοτώσετε, σκοτώστε μας! Γιατί μας βασανίζετε;

Απ’ αυτή την ημέρα οι Τούρκοι έγιναν κάπως μαλακώτεροι. Σε σκέψι όμως ανθρωπινή δεν μπήκαν παρά μονάχα, όταν ο Κολοκοτρώνης άρχισε, όπως θα ιδούμε πιο πέρα, να σφίγγη γερά τον κρίκο γύρω απ’ την Τριπολιτσά».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr