Μπορεί τα εμβολιαστικά προγράμματα της Ευρώπης να συνεχίζουν να κινούνται με σχετικά αργούς ρυθμούς, όμως ορισμένα κράτη έχουν καταφέρει ήδη να εμβολιάσουν μεγάλα τμήματα τον πληθυσμό τους. Κι όμως, όπως φαίνεται, ο μαζικός εμβολιασμός δεν αρκεί από μόνος του για να φέρει το τέλος της υγειονομικής κρίσης. Τουλάχιστον όχι πάντα – και σίγουρα όχι άμεσα.

Δυο παραδείγματα κρατών που έχουν προχωρήσει με γοργούς ρυθμούς τη χορήγηση των πολύτιμων δόσεων μπορούν να μας προσφέρουν πολύτιμα διδάγματα καθώς, μέχρι στιγμής, τα αποτελέσματα της προσπάθειάς τους φαίνονται να απέχουν παρασάγγας. Πρόκειται για το Ισραήλ, που ήδη μοιάζει να προσεγγίζει την επιστροφή του στην κανονικότητα και την Χιλή, που όχι μόνο δεν οδηγήθηκε σε άρση των μέτρων αλλά… επέστρεψε στο lockdown.
Τι μπορούμε να μάθουμε, λοιπόν, από την εμπειρία τους;

Το παράδειγμα του Ισραήλ

Έχοντας καταφέρει να αναδειχθεί ταχύτερο από κάθε άλλη χώρα στην προσπάθεια εμβολιασμού των πολιτών του, το Ισραήλ κατέγραψε δραματική μείωση των νέων κρουσμάτων, των νοσηλειών και των θανάτων από Covid-19. Η χώρα των 9 εκατ. κατοίκων έχει ήδη χορηγήσει και τις δύο δόσεις του εμβολίου της Pfizer/BioNTech σε πάνω από τον μισό πληθυσμό της. Η καθημερινή ζωή κοντεύει να επιστρέψει πλήρως στην εικόνα που παρουσίαζε προ πανδημίας, με τα καταστήματα, τα ξενοδοχεία, τους κινηματογράφους αλλά και τους συναυλιακούς χώρους να έχουν ανοίξει και πάλι.

Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται ορισμένα μέτρα, όπως η υποχρέωση για χρήση μάσκας σε δημόσιους χώρους και οι περιορισμοί των συναθροίσεων σε εσωτερικούς χώρους.

Σύμφωνα με ανάλυση του Έραν Σέγκαλ, υπολογιστικού βιολόγου στο Ίδρυμα Επιστημών «Βάιτσμαν» του Ισραήλ που παρουσιάζει ο Guardian, μετά την κορύφωση των κρουσμάτων τον Ιανουάριο, τα κρούσματα που καταγράφονται στη χώρα ΄χουν μειωθεί κατά 96%, οι βαρέως πάσχοντες από κοροναϊό κατά 90% και οι νεκροί κατά 85%. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του υπουργείου υγείας, τα καθημερινά κρούσματα μετριούνται πλέον σε λίγες εκατοντάδες – εντυπωσιακή μείωση σε σχέση με τις 10.000 ημερήσιες μολύνσεις που καταγράφονταν σε προηγούμενο στάδιο της πανδημίας.

Τι συμβαίνει στη Χιλή;

Η Χιλή κατέχει την αξιοζήλευτη θέση της πρώτης χώρας σε εμβολιασμούς σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Περισσότεροι από το ένα τρίτο των 18 εκατ. πολιτών της έχουν λάβει τουλάχιστον μια δόση είτε του εμβολίου των Pfizer/BioNTech, είτε του εμβολίου της κινεζικής Sinovac Biotech. Όμως τα κρούσματα βρίσκονται σε κορύφωση ασκώντας αφόρητες πιέσεις στο σύστημα υγείας και οδηγώντας τη χώρα εκ νέου σε lockdown.

Τι πήγε λάθος;

Το ταχύτατο εμβολιαστικό πρόγραμμα φαίνεται πως εμφύσησε στους πολίτες μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας, ενώ η χώρα προχώρησε σε πρόωρη χαλάρωση των μέτρων, πριν οι άνθρωποι προλάβουν να αξιολογήσουν το μέγεθος του κινδύνου που εξακολουθούσαν να διατρέχουν. Η χώρα άνοιξε και πάλι τα σύνορά της τον Νοέμβριο, ενώ τον Ιανουάριο εισήγαγε άδειες που επέτρεπαν στους Χιλιανούς να πάνε διακοπές… το καλοκαίρι. Χωρίς αυστηρό έλεγχο των συνόρων και απουσία ενός αποτελεσματικού συστήματος ιχνηλάτησης, οι ταξιδιώτες δεν αποκλείεται να έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αύξηση των κρουσμάτων.

Επιπλέον, ο ιός είχε περισσότερες ευκαιρίες να εξαπλωθεί με το άνοιγμα των σχολείων, των εστιατορίων, των εμπορικών κέντρων, των καζίνο, των γυμναστηρίων και των εκκλησιών. Αυτή τη στιγμή, ο ρυθμός μετάδοσης στη χώρα είναι τόσο υψηλός ώστε να απαιτείται πολύ μεγαλύτερη εμβολιαστική κάλυψη προκειμένου να ανακοπεί το νέο πανδημικό κύμα.

Μπορούν να συγκριθούν οι δυο περιπτώσεις;

Η βασικότερη διαφορά των δύο κρατών είναι το γεγονός ότι το μεν Ισραήλ χρησιμοποίησε αποκλειστικά το εμβόλιο της Pfizer/BioNTech, η δε Χιλή αξιοποίησε δυο εμβόλια διαφορετικών κατασκευαστών. Δεν είναι ξεκάθαρο αν το γεγονός αυτό διαδραματίζει κάποιο ρόλο, στις πανδημικές τους επιδόσεις. Άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών, όπως οι πολύ διαφορετικές τους κοινωνίες και πληθυσμιακές συστάσεις, αλλά και το ενδεχόμενο της κυκλοφορίας διαφορετικών στελεχών κοροναϊού θα μπορούσαν επίσης να δυσχεράνουν τη σύγκριση.

Επιπλέον, δεν αποκλείεται η σύγκλιση των δύο χωρών να είναι θέμα χρόνου. Αν και το Ισραήλ απολαμβάνει την μείωση των κρουσμάτων του αυτή τη στιγμή, τα αποτελέσματα του εμβολιασμού φάνηκε να απαιτούν περισσότερο καιρό για να κάνουν την εμφάνισή του σε σχέση με τις αρχικές ελπίδες των επιστημόνων. Στην πραγματικότητα, η χώρα βίωσε τη σφοδρότερη κορύφωση της πανδημίας μετά την έναρξη του ταχύτατου εμβολιαστικού της προγράμματος, και ενώ είχε επιβάλει αυστηρό lockdown που είχε ήδη διαρκέσει ολόκληρες εβδομάδες. Και φυσικά, όπως και στην περίπτωση της Χιλής, εκτός του εμβολίου ήταν και το ίδιο το lockdown σημαντικός παράγοντας για τη μείωση των κρουσμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η Χιλή έχει μετατραπεί σε παράδειγμα προς αποφυγή σε ό,τι αφορά το γρήγορο άνοιγμα μετά τον εμβολιασμό. Αντιθέτως, παρά τις επικρίσεις που έχει δεχθεί το σύστημα των πράσινων «πάσο» που χορηγούσε το Ισραήλ στους εμβολιασμένους, κρίνοντάς τους ως πιο ακίνδυνους για τη μετάδοση του ιού, μάλλον έχει αποδειχθεί πρακτικό.

«Σε ό,τι αφορά τα πανεπιστήμια, επέτρεψε στους φοιτητές να επιστρέψουν στις αίθουσες διδασκαλίας», επισημαίνει στον Guardian η Λίντα Μπολντ, καθηγήτρια δημόσιας υγείας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.

Η Μπολντ στέκεται και σε δυο ακόμη μέτρα που έλαβε το Ισραήλ: Τα τεστ αντισωμάτων, που δείχνουν αν ένα άτομο έχει αναπτύξει αντισώματα στον κοροναϊό είτε μέσω του εμβολιασμού είτε έχοντας νοσήσει, που επιτρέπουν στους τουρίστες που φτάνουν στο ισραήλ να αποφύγουν την καραντίνα. Και ταυτόχρονα, οι υγειονομικές αρχές επεξεργάζονται το ενδεχόμενο του εμβολιασμού των μεγαλύτερων σε ηλικία παιδιών, από τη στιγμή που οι ρυθμιστικές αρχές θα δώσουν το πράσινο φως για κάτι τέτοιο. Κατά τη γνώμη της Μπολντ, οι κινήσεις αυτές αποδεικνύουν την προνοητικότητα του Ισραήλ.

Άλλοι επιστήμονες επισημαίνουν τα παραδείγματα της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας.

Η Αυστραλία καταγράφει λίγα κρούσματα, παρά το γεγονός ότι ξεκίνησε το εμβολιαστικό της πρόγραμμα πριν από λίγες εβδομάδες. Αυτό οφείλεται στο γρήγορο κλείσιμο των συνόρων της  πέρυσι και το προσεκτικά διαχειριζόμενο σύστημα καραντίνας ξενοδοχείων που μείωσε τη διάδοση του Covid σε ελάχιστα επίπεδα.

«Για να το θέσουμε απλά, δεν έχουμε μάθει πόσο σημαντική θα είναι η απομόνωση των μολυσμένων ατόμων», σχολίασε ο καθηγητής Στίφεν Γκρίφιν , της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Λιντς.

Έπειτα υπάρχει το ζήτημα του εμβολιασμού ολόκληρου του πλανήτη.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι θα χρειαστούν περισσότερες από 11 δισ. δόσεις για τον εμβολιασμό του 70% του παγκόσμιου πληθυσμού – υποθέτοντας ότι σε κάθε άτομο θα χορηγηθούν από δύο δόσεις. Αυτός ο αριθμός θα εξασφάλιζε κάποιο βαθμό παγκόσμιας «ανοσία αγέλης».

Ωστόσο, πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι τα πλουσιότερα κράτη – που αποτελούν το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πληθυσμού και περιλαμβάνουν το Ηνωμένο Βασίλειο – έχουν ήδη αγοράσει 6 δισ. δόσεις, ενώ τα υπόλοιπα φτωχότερα έθνη – τα τέσσερα πέμπτα της ανθρωπότητας – έχουν εξασφαλίσει μόνο 2,6 δισ.

Εξαιτίας αυτής της τεράστιας ανισορροπίας των εμβολίων, η Ινδία και η Νότια Αφρική ζήτησαν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου να αναστείλει τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας για τις διάφορες τεχνικές, τα εμβόλια και τα φάρμακα κατά του Covid-19 ώστε να τους βοηθήσει να παράγουν τις δικές τους θεραπείες για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Η πρόταση έχει πλέον υποστηριχθεί από περισσότερα από 100 έθνη.

«Δεν μπορούμε να επαναλάβουμε τα οδυνηρά μαθήματα από τα πρώτα χρόνια της διαχείρισης του AIDS όταν οι πλουσιότερες χώρες απέκτησαν την υγεία τους ενώ εκατομμύρια άνθρωποι στις αναπτυσσόμενες χώρες έμειναν πίσω», δήλωσε η Ουίνι Μπιανίμα, εκτελεστική διευθύντρια  της Unaids, Κοινό Πρόγραμμα του ΟΗΕ για τον ιό του AIDS.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο και πολλά άλλα δυτικά έθνη, μαζί με μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, υποστηρίζουν ότι η παραίτηση από τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας δεν θα βοηθήσει.

Όπως υποστηρίζουν, η παρασκευή εμβολίων περιλαμβάνει την εφαρμογή μιας σειράς προσεκτικών, ελεγχόμενων ποιοτικών βημάτων. Η διαπραγμάτευση της κατανομής των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας για αυτές τις διαφορετικές διαδικασίες θα απαιτούσε πολύ χρόνο, επομένως κατά τη γνώμη τους θα ήταν καλύτερα να αυξηθεί η παραγωγή εμβολίων στο υψηλότερο επίπεδο και, στη συνέχεια τα εμβόλια αυτά να διανεμηθούν.

Οι επιστήμονες, ωστόσο, θεωρούν ότι ο κόσμος δεν θα είναι ασφαλής από τον Covid-19 έως ότου εμβολιαστεί ολόκληρος ο πλανήτης.

Όπως αναφέρει το ρητό, κανείς δεν είναι ασφαλής έως ότου όλοι είναι ασφαλείς. Ωστόσο, η επίτευξη αυτού του στόχου μπορεί να διαρκέσει χρόνια., καταλήγει το δημοσίευμα του Guardian.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο