Στο εμβολιαστικό mega-κέντρο του Προμηθέα, δίπλα στη Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, στο Μαρούσι, η ουρά από τα ταξί ξέφευγε από τον παράδρομο και έβγαινε στην Κηφισίας. Αλλοι έφθαναν για τη δεύτερη δόση του εμβολίου, άλλοι ετοιμάζονταν για την πρώτη. Η εικόνα, ωστόσο, ήταν περίεργη και εντυπωνόταν στον νου για άλλον λόγο. Αν και ο εμβολιασμός αποτελούσε μια κίνηση ελπίδας, μια στιγμή λύτρωσης μέσα σε έναν πολύμηνο εγκλεισμό, κανείς δεν έφθανε ή αναχωρούσε από το κέντρο χαμογελαστός. Πιο κάτω στη μεγάλη λεωφόρο, στο ύψος του Ψυχικού, το μποτιλιάρισμα θύμιζε μέρες κανονικότητας, αλλά και οι φιγούρες πίσω από το τιμόνι έδειχναν διαφορετικές. Οσοι δεν μιλούσαν στο κινητό, περίμεναν σκυθρωποί να ξεκινήσουν. Πίσω από τα ανεβασμένα τζάμια τα χαμόγελα είχαν επίσης εξαφανιστεί.

Είναι αμέτρητα τα στιγμιότυπα στην πόλη που δείχνουν μια αλλαγή σκηνικού και μια νέα συλλογική αντίδραση, σε σχέση με την πρώτη φάση της πανδημίας. Η κυβέρνηση το έχει αντιληφθεί – και δεν χρειάζεται δημοσκοπήσεις για να καταγράψει κανείς τη διαφοροποίηση. Αρκεί μια βόλτα σε έρημους δρόμους ή σε πλατείες και πεζοδρόμους όπου ο κόσμος αναζητεί τη δική του διέξοδο. Η κόπωση έχει διαδεχθεί τον φόβο της πρώτης περιόδου. Τότε, οι εικόνες φρίκης από τη γειτονική Ιταλία λειτουργούσαν προωθητικά για κάθε κυβερνητική απαγόρευση – οι περισσότεροι παρέμεναν έγκλειστοι στο σπίτι, ακόμη κι αν μπορούσαν να κυκλοφορήσουν. Εναν χρόνο μετά, ο εγκλωβισμός έχει διαμορφώσει μια νέα ρουτίνα που, όπως κάθε ρουτίνα, προκαλεί μικρές «επαναστάσεις». Ολοι θέλουν κάποια στιγμή να ξεφύγουν από την άγκυρα της συνήθειας.

Το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου σε έναν πεζόδρομο των Ιλισίων περισσότερα από 40 άτομα, κατά βάση 20ρηδες, αλλά και μερικοί μεγαλύτερης ηλικίας, είχαν  προκαλέσει τον δικό τους συνωστισμό με ένα ποτό στο χέρι. Το take away νομιμοποιούσε το σκηνικό και η ίδια εικόνα επικρατούσε την ίδια ώρα σε δεκάδες σημεία της Αθήνας. Οταν η έξοδος ολοκληρωνόταν, όλοι φορούσαν καλά τη μάσκα και ξεκινούσαν για το σπίτι, με προσοχή στις αποστάσεις. Δεν αισθάνονταν παράνομοι, ίσως ένιωθαν όμως ότι έκαναν τη δική τους εξέγερση και ξεγέλασαν το «σύστημα». Κυρίως όμως δεν χαμογελούσαν. Μέσα στον μικρό συνωστισμό, με τις μπύρες και τα κοκτέιλ, τη συζήτηση για τις κλειστές δουλειές, τις κλειστές σχολές και τα αποτελέσματα της αγωνιστικής σε άδεια γήπεδα, δεν σκέπαζαν τα γέλια και οι φωνές. Οι παρέες είχαν αλλάξει, μαζί με τις προτεραιότητες.

Το βράδυ της επομένης, στους άδειους δρόμους μόνον η κίνηση από μερικά ταξί και τα παπάκια των παιδιών του delivery, έδειχνε ότι στην πόλη υπάρχει ζωή. Ο ήχος της αθηναϊκής νύχτας έχει χαθεί από μήνες και όσοι είχαν ξεμείνει στον δρόμο, με κάποια άδεια κυκλοφορίας, βάδιζαν βιαστικοί. Οι ντελιβεράδες επίσης δεν χαμογελούν – ίσως δεν χαμογελούσαν ποτέ -, ακόμη κι αν ξέρουν ότι είναι από τους  πρωταγωνιστές στην εποχή της καραντίνας και απαραίτητοι όσο ποτέ. Ο χρόνος που περνά διαμορφώνει μια κατάσταση που ξεπερνά τα όποια μέτρα στήριξης, τις όποιες παρεμβάσεις κοινωνικής μέριμνας, την αγωνία και την ανησυχία για τους αριθμούς στην καθημερινή λίστα των κρουσμάτων και των διασωληνωμένων. Περισσότερο από την οικονομική ανάσα και τη διαβεβαίωση ότι η επόμενη ημέρα θα είναι καλύτερη, η συνταγή για την επιστροφή στην κανονικότητα πρέπει να ξαναφέρει στον κόσμο το χαμόγελό του. Κι αυτό ίσως αποδειχθεί το πιο δύσκολο εγχείρημα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο