Μια φωτογραφία ήταν. Αυτό που, παλιά, λέγαμε ενσταντανέ. Μια φωτογραφία που έκανε τον γύρο του Διαδικτύου, συντάραξε την κοινωνία και διέγειρε τη μήνι της, εξέγειρε τσουνάμι διαμαρτυρίας, προκάλεσε καταγγελτικό παροξυσμό, δεκάδες – μην πω εκατοντάδες – χειλάκια σούφρωσαν αποδοκιμαστικά, άλλα τόσα δακτυλάκια σηκώθηκαν για να μας υποδείξουν το σωστό και το λάθος. «Χωρίς ντροπή αναζητεί τη γόβα που έχει χαθεί στο κατώφλι (του καταστήματος) να βρει».

Εντάξει, δεν ήταν γόβα. Μποτάκι ήταν. Από τα λεγόμενα «τρακτερωτά». Λουστρινένιο. Το χοντρό, το σκληρό που λίγο κότσι να ‘χεις, μετά τα εκατό μέτρα περπάτημα, σε χτυπάνε σαν καρφί στο μηνίγγι. Διότι σιγά που δεν θα «άνοιγα» τη φωτογραφία να δω τη «σόλα του σκανδάλου» στο στιγμιότυπο με την κυρία που, λόγω click away, προβάριζε το μποτάκι στην είσοδο του καταστήματος. Και η οποία κυρία έγινε στόχος ενός επικοινωνιακού αμόκ που κάλυψε μεγάλο «ρεπερτόριο», από την καταγγελία έως τη διακωμώδηση – σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα η φωτογραφία αναπαράχθηκε χωρίς «μωσαϊκό» στο πρόσωπο. Σχολιάστηκε μάλιστα ακόμη και από τον υπουργό Ανάπτυξης. Ενα ενσταντανέ της στιγμής που δεν ξέρουμε το πριν και το μετά του. Και αν, δηλαδή, η κυρία δεν προβάριζε; Αν ήθελε να φύγει από το κατάστημα φορώντας τα καινούργια μποτάκια της;

Για ένα μποτάκι αδειανό, για κάθε Ελένη.

Εκανε η κυρία έγκλημα κατά της κοινωνίας; Δεν νομίζω. Λέτε να ξεκινήσει από αυτήν το επαπειλούμενο τρίτο κύμα της πανδημίας; Αυτό κι αν δεν το νομίζω. Η επιθυμία να δοκιμάσεις ένα ζευγάρι παπούτσια είναι της ίδιας ποιότητας και της ίδιας αξίας με την επιθυμία – ή την ηθική υποχρέωση – να τιμήσεις τη μνήμη ενός γεγονότος ή ενός νεκρού; Οχι βέβαια, σε καμία περίπτωση. Οταν όμως η επιθυμία να κάνεις κάτι αψηφά το ύψιστο αγαθό της δημόσιας υγείας, βάζει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές και μπορεί να συντελέσει ώστε να συνεχιστεί μια συνθήκη αποπνικτική για όλους, η πιθανή αξία της μίας επιθυμίας και η θεωρούμενη ευτέλεια της άλλης έρχονται και εξισώνονται. Είτε θέλεις να προβάρεις μποτάκι είτε σύνθημα, το ίδιο και το αυτό είναι στην παρούσα κατάσταση. (Μη σας πω ότι τουλάχιστον τα μποτάκια αντέχουν περισσότερο και στον χρόνο και στον δρόμο).

Και κάτι ακόμη. Η «ιερότητα» του κομματικού, ιδεολογικού (ή ιδεοληπτικού) «παρουσιάστε!» δεν διαφέρει σε τίποτα από την ανάγκη κάποιων πιστών να μαζευτούν σε μια εκκλησία. Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται περί εκτέλεσης «θρησκευτικού» καθήκοντος. Πιστοί οι μεν, πιστοί και οι δε.

Περί καταστολών και άλλων δαιμονίων

Αυτή η φωτογραφία, ωστόσο, είναι μια ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε κάτι. Ακούω, από την πρώτη καραντίνα, τις κραυγές για καταστολή ελευθεριών και διακίνησης ιδεών με πρόσχημα την πανδημία. Για χούντες και για καλυμμένα (λόγω μάσκας) στόματα που όμως έχουν φωνή. Ποιος είπε ότι δεν έχουν; Μια χαρά την ακούμε, ενίοτε μάλιστα μας ξεκουφαίνει. Και η διακίνηση ποιων ιδεών έχει κατασταλεί; Ποιος μπορεί να το κάνει την εποχή του Διαδικτύου που ο καθένας τσαλαβουτάει στο πληκτρολόγιο και κηρύσσει την επανάστασή του;

Αν κάτι έχει κατασταλεί είναι ό,τι, παραδοσιακά, αντιμάχεται (λέμε τώρα) η Αριστερά. Ο δυτικός τρόπος ζωής. Η χαρά της κατανάλωσης. Το απολύτως αναγκαίο shopping therapy. Η αστική εξάρτηση από την αγορά ενός βρακιού, όχι επειδή σου λείπει το βρακί αλλά επειδή αυτό μπορεί να σηματοδοτεί μια καινούργια αρχή στη ζωή σου – η οποία το πιθανότερο είναι ότι δεν θα γίνει αλλά αυτές είναι οι προβολές που καλλιεργεί η «βρωμοκαπιταλιστική» κοινωνία. Οι κοινωνικές συναθροίσεις απαγορεύονται, αυτά τα «δυτικότροπα αστικά κατάλοιπα», διότι οι πολιτικές διαμαρτυρίες μια χαρά επιτρέπονται όπως αποδεικνύεται. Δεν ξέρω αν το έχουν καταλάβει κάποιοι αλλά αυτό που ζούμε τώρα είναι ό,τι πιο κοντά στον σοβιετικό τρόπο ζωής.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο