Τρεις ιστορίες της τρέχουσας επικαιρότητας μαρτυρούν μια αλλαγή των γενικότερων αντιλήψεων της χώρας: αναφέρομαι στα ελληνοτουρκικά, την αντιμετώπιση του κορωνοϊού και τα όσα θλιβερά είχαμε στη Λέσβο μετά τον εμπρησμό στη Μόρια. Η ομοιότητα σε αυτές αφορά τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν από την κοινή γνώμη.

Τι επιτρέπουν αυτές οι ιστορίες; Πολιτική επένδυση στον ανορθολογισμό και στον συναισθηματισμό – ζήσαμε μια δεκαετία, που αυτές οι επενδύσεις απέδωσαν καταπληκτικά οφέλη. Η παρουσία του Ορούτς Ρέις στη γειτονιά μας σε άλλες εποχές θα πυροδοτούσε έκρηξη εθνικιστικών κορώνων: η όποια ελληνική κυβέρνηση θα αντιμετώπιζε κατηγορίες για ενδοτισμό και θα ακούγαμε πάλι για κρεμάλες σε πλατείες νέων αγανακτισμένων – άλλωστε στην Ελλάδα η μαμά του αγανακτισμένου είναι μονίμως έγκυος. Κάτι ανάλογο θα συνέβαινε και με τα μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού: όλο και κάποιος θα μιλούσε για στέρηση ατομικών ελευθεριών μπροστά σε ένα εκστασιασμένο πλήθος. Κι όσο για τη Μόρια, πριν από ελάχιστα χρόνια ό,τι έγινε θα προκαλούσε κύματα συμπαράστασης και δάκρυα, τόσα πολλά ώστε στο τέλος θα ξεχνούσαμε ποιοι έβαλαν τις φωτιές και θα αυτομαστιγωνόμασταν. Μας είναι εύκολο.

Το ξέρω ότι και τώρα υπάρχουν εθνικιστές έτοιμοι για πόλεμο (του πληκτρολογίου βέβαια…), ότι τα κινήματα κατά της μάσκας έχουν κάμποσα μέλη κι ότι οι καταγγελίες της κακιάς Ευρώπης, που δεν αναγνωρίζει το δίκαιο του Αφγανού, δεν λείπουν. Αλλά όλα αυτά έχουν μικρή πέραση – ελάχιστη. Το μαρτυρούν οι δημοσκοπήσεις και το επιβεβαιώνει η απροθυμία των κομμάτων να υιοθετήσουν φορείς τέτοιων απόψεων.

Γίναμε σκληροί και δεν κατανοούμε το δράμα του μετανάστη που καίει τον καταυλισμό ελπίζοντας ότι θα φύγει από τη Λέσβο; Δεν το νομίζω. Ο μέσος Ελληνας αισθάνεται την απόγνωση αυτών των ανθρώπων, αλλά απαιτεί να δείχνουν κι αυτοί ένα σεβασμό στο κράτος που τους φιλοξενεί. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θέλει φυλακές στα νησιά κι όλοι σοκάρονται βλέποντας οικογένειες να κοιμούνται σε νεκροταφεία. Αλλά και λίγοι, ελάχιστοι, θεωρούν λύση την ανυπακοή των μεταναστών. Κανείς επίσης δεν θέλει να κάνουν τσάρκες τα τουρκικά πλοία στο Αιγαίο, αλλά κάθε νοήμων άνθρωπος δεν θέλει θερμά επεισόδια (δηλαδή νεκρούς) κι απαιτεί από την κυβέρνηση ψυχραιμία, διπλωματικές πρωτοβουλίες και προσοχή. Οσο για τα υγειονομικά μέτρα, ναι μας δυσκολεύουν τη ζωή. Αλλά με τις κυρίες που ποδοπατάνε τις μάσκες οι πιο πολλοί γελάμε.

Σε ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού έγινε κατανοητό ότι το να τζογάρεις με την πραγματικότητα δεν είναι λύση – στο τέλος χάνεις πάντα. Ερχόμαστε από μια δεκαετία που πιστέψαμε ότι τα ΜΟU του Βαρουφάκη θα βοηθήσουν ώστε να καταργηθεί το Μνημόνιο με ένα νόμο και ένα άρθρο. Ολο αυτό τον καιρό ήμασταν βέβαιοι ότι θα αλλάξουμε την Ευρώπη και σε ό,τι αφορά το Μεταναστευτικό. Ψηφίσαμε κάποτε «όχι» στο δημοψήφισμα με υψηλό πατριωτικό φρόνιμα. Αλλά όταν καταλάβαμε ότι όλα αυτά είναι ψευδαισθήσεις, σοβαρευτήκαμε – τουλάχιστον οι πιο πολλοί. Σήμερα δύσκολα θα πιστεύαμε ότι την κρίση την έφεραν οι Παπανδρέου για να κερδοσκοπήσουν με τα CDS και σίγουρα δεν ονειρευόμαστε να πάρουμε την Πόλη: νισάφι πια.

Ο Πρωθυπουργός έχει μια χρυσή ευκαιρία για τομές: μπορεί π.χ. επιτέλους να κάνει διάλογο με την Τουρκία ή να προχωρήσει και στα θέματα της οικονομίας με τη βεβαιότητα ότι ο κόσμος κατανοεί πως πρέπει να ακούς τους ειδικούς. Αν δεν κάνει τίποτα κι απλά χαίρεται γιατί η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να κερδίσει πόντους στις δημοσκοπήσεις, τις διαβάζει λάθος: ο κόσμος φοβάται το προηγούμενο σφιχταγκάλιασμα του ΣΥΡΙΖΑ με τον ανορθολογισμό – πιστεύει π.χ. ότι αν κυβερνούσε ο Τσίπρας τα μέτρα για τον κορωνοϊό θα ήταν σαν αυτά που προτείνει ο Κραουνάκης. Αλλά το κυβερνητικό έργο το περιμένει ακόμα κι αν δεν το δει, θα αρχίσει να προβληματίζεται για το αν ο Μητσοτάκης έχει το κουράγιο να κάνει δυο – τρεις σοβαρές αλλαγές που υποσχέθηκε. Κι αυτός ο προβληματισμός για την κυβέρνηση, αν αρχίσει, θα ‘ναι ό,τι χειρότερο. Κάτι σαν τη μαμά του αγανακτισμένου…

Γράψτε το σχόλιό σας