Ποιος να το φανταζόταν ότι, ελέω κοροναϊού, το πιο σύντομο ρατσιστικό ανέκδοτο κατά τη δεκαετία του 1990 -«αλβανός τουρίστας» – θα επιδεχόταν και νέα σύντμηση: «Τουρίστας». Είναι αλήθεια πως, μολονότι η κλιματική αλλαγή διεθνώς σε ωθεί να ταξιδέψεις – να ξεσκάσεις! – έστω και για λίγες ημέρες, όσες σου επιτρέπει το βαλάντιό σου, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, η ίδια η διάθεσή σου έχει υποστεί το πιο ισχυρό πλήγμα στα μεταπολεμικά χρονικά. Πού να βρεις την ανάλογη όρεξη όταν και η πιο σύντομη απόδραση από την καθημερινότητά σου μοιάζει όλο και περισσότερο με αέναες εξετάσεις υγείας; Προκειμένου να μην αρρωστήσεις, πρέπει να νιώθεις διαρκώς άρρωστος -όπως διατείνονται και οι αντιεξουσιαστές σε μιαν αφίσα τους, τοιχοκολλημένη παντού στην Αθήνα. Εάν παρέβλεπες το συνωμοσιολογικό της υπόστρωμα, θα έλεγες ότι περιγράφει με αξιομνημόνευτη ακρίβεια τις ιστορικές στιγμές που ζούμε.

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι κανένας από τους γνωστούς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας – όχι μονάχα τις φίρμες, μα και τους ελάσσονες – δεν είχε οραματιστεί ένα μέλλον, όπου όχι μονάχα θα περνάς από πολυήμερη καραντίνα όταν επιστρέφεις από τη χώρα του παραθερισμού σου (ας πούμε ότι στο παρελθόν, με τις ανεξέλεγκτες μεταδοτικές ασθένειες, προτού ακόμη ο παραδοσιακός «περιηγητής» παραδώσει τη σκυτάλη στον σύγχρονο «παραθεριστή», ένα τέτοιο μέτρο δεν ήταν ασυνήθιστο), αλλά δεν θα γνωρίζεις καν, όταν ξεκινάς για τις διακοπές σου, εάν η χώρα του παραθερισμού σου θα συμπεριλαμβάνεται στις χώρες της καραντίνας κατά τον χρόνο της επιστροφής σου. «Μήπως να το αφήσουμε για φέτος καλύτερα;» αναρωτήθηκαν αναρίθμητοι υποψήφιοι τουρίστες και η θετική τους απάντηση βύθισε σε απόγνωση χώρες σαν την Ελλάδα, που διαχρονικά περιμένουν από τον τουρισμό να δώσει το φιλί της ζωής στην εθνική τους οικονομία.

Εάν αναλάβεις το ρίσκο, σε περιμένουν νέα βάσανα. Πριν καν επιβιβαστείς στο αεροπλάνο, αρχίζεις να αμφιβάλλεις εάν πρόκειται να επισκεφθείς έναν μεσογειακό παράδεισο ή ένα υπερμοντέρνο καρδιοχειρουργικό κέντρο. Τα πιστοποιητικά για τις εξετάσεις που θα έπρεπε να κάνεις, οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι ώστε να διαπιστωθεί εάν είσαι ή δεν είσαι φορέας του κοροναϊού (αλίμονό σου, κακομοίρη μου, έτσι και δεν περάσεις με άριστα κάθε θερμομέτρηση· θα πάρεις πόδι με τα πρώτα ύποπτα δέκατα), καθώς και η διαρκής υπενθύμιση ότι μπορεί να συγκαταλέγεσαι ή να πέσεις πάνω στην πιο επικίνδυνη και ύπουλη κατηγορία φορέων, τους ασυμπτωματικούς, τους μακελάρηδες με το αγγελικό πρόσωπο, σε εμποδίζει, όχι μονάχα να χωνέψεις τον μουσακά σου, μα και να απολαύσεις καθένα από τα στερεότυπα του ελληνικού καλοκαιριού, με κυρίαρχο: την ανθρώπινη επαφή. Οχι, φίλε μου. Εάν μας κουβαλήθηκες έως εδώ για την ανθρώπινη επαφή, ελπίζουμε να προμηθεύτηκες τουλάχιστον δύο τρία μπιτόνια αντισηπτικού και να σταθείς αληθινά τυχερός στη ρώσικη ρουλέτα με τις εφήμερες γνωριμίες στις ξαπλώστρες. Εγραψα «ξαπλώστρες» και θυμήθηκα έναν οικογενειακό μας φίλο. Του ζήτησαν το περασμένο Σαββατοκύριακο 60 ευρώ για μια ξαπλώστρα στη Μύκονο. «Δεν καταλάβατε», είπε· «δεν θέλω να την αγοράσω».

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακοίνωσε τις προάλλες ότι μπορεί και να μην ξεμπλέξουμε ποτέ από τον κοροναϊό. Ηταν το πιο φρέσκο βούτυρο στη φέτα των συνωμοσιολόγων, όλων όσων πιστεύουν ακράδαντα  ότι ο Covid-19 είναι κατασκευασμένος σε εργαστήριο, παρότι οι τελευταίοι δυσκολεύονται ακόμη να μας εξηγήσουν ποιοι ακριβώς ωφελούνται -cui bono? – από μια πανδημία χωρίς ημερομηνία λήξης, την ίδια ώρα – και για την ίδια αιτία – που παγκόσμιοι οικονομικοί κολοσσοί καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα: μήπως το πανίσχυρο καρτέλ των κατασκευαστών μασκών (τύφλα να ‘χει ο Εσκομπάρ) ή μήπως οι κατσαρίδες που, ως γνωστόν, θα κληρονομήσουν αργά ή γρήγορα τον πλανήτη; Μπορεί επίσης οι αισιόδοξοι οικονομολόγοι να προβλέπουν ότι σε ένα, σε δύο, σε τρία, ίσως και σε περισσότερα χρόνια, πάντως κάπως κάποτε η παγκόσμια οικονομία θα ανακάμψει – με το αχτύπητο σκεπτικό: πάντοτε ανακάμπτει! -, αλλά κανένας δεν μπορεί να μας εγγυηθεί ότι θα επιστρέψουν στα προ κοροναϊού επίπεδα δύο από τις θεμελιώδεις αξίες της τουριστικής βιομηχανίας ανά την υφήλιο: η διαχυτικότητα και η εξωστρέφεια.

Δεν θα ήθελα να αποχωριστώ σήμερα τις θεωρίες συνωμοσίας, δίχως να καταθέσω προηγουμένως και τον δικό μου ταπεινό οβολό. Ξεχάστε τους Κινέζους που αποφάσισαν να αφανίσουν έναν κόσμο που δεν μπορούν να κατακτήσουν, τον Μπιλ Γκέιτς που λύσσαξε να τσιπάρει τον μπαρμπα-Γιώργη από την Αγία Βαρβάρα κ.ο.κ. Εγώ θα σας αποκαλύψω τον πραγματικό εμπνευστή του κοροναϊού. Δεν θα σας δώσω το ονοματεπώνυμό του – έχει και ο ηρωισμός τα όριά του – αλλά θα σας τον φωτογραφήσω. Για να συνεννοούμαστε μεταξύ μας, θα τον αποκαλώ εφεξής: ο σκεπτόμενος παραθεριστής. Ναι, κάπως σαν τον αλβανό τουρίστα, αλλά στο πιο κουλτουριάρικο. Εκείνος ο σπαστικός γκόμενος ή εκείνη η σπαστική γκόμενα (ας μην παρασυρθούμε από εύκολες σεξιστικές διακρίσεις) που έχει καπαρώσει μια από τις υπερπολύτιμες ξαπλώστρες στην παραλία και, αντί να φροντίζει για το δερματάκι του, εάν το προτιμάει ελαφρά (rare), μέτρια (medium) ή καλά (well done) ψημένο, διαβάζει κάποιο βιβλίο.

Δεν διαβάζει καν ένα από αυτά που σκοτώνεις την ώρα σου, έτσι, για τα πνευματικά προσχήματα, μα κάποιο από εκείνα που, σε οποιαδήποτε χώρα με σοβαρή δέσμευση στη σαχλαμάρα, θα έπρεπε να έχουν απαγορευθεί δια ροπάλου και χωρίς δεύτερη κουβέντα. Εμείς κάνουμε κάθε φιλότιμη προσπάθεια για να του/της αποσπάσουμε την προσοχή με ποικίλους θορυβώδεις αντιπερισπασμούς, αλλά το σπασικλάκι επιμένει να μην μας δίνει σημασία, εξακολουθεί να επιδεικνύει την πεποίθησή του ότι οι άνθρωποι (πρέπει να) έχουν μια δεύτερη, μια εσωτερική ζωή, παράλληλη ή/και αντίρροπη προς την εξωτερική, κι εκεί – στη δεύτερη, την αόρατη – δεν σου αποσπάει την προσοχή εκείνος που προκαλεί τον μεγαλύτερο θόρυβο – με ρακέτες, με ροκάνες, με βαρελότα – αλλά εκείνος που μπορεί ακόμη και να ψιθυρίζει, μα ο ψίθυρός του να εκρήγνυται στο μυαλό σου. Για τόση ανωμαλία μιλάμε.

Δεν ήμουν παρών – μην σας πουλάω και φούμαρα – αλλά μπορώ να το φανταστώ. Καθώς σε βλέπω και με βλέπεις. Πέρυσι το καλοκαίρι. Σε κάποια ελληνική παραλία. Να τα καταφέραμε τελικά. Να του αποσπάσαμε την προσοχή. Να του τσακίσαμε τα νεύρα. Εκείνος ο σκεπτόμενος παραθεριστής, το σπασικλάκι, να μας κοίταξε με το βιτριολικό βλέμμα του και νοερά να ευχήθηκε όπως είναι το τελευταίο καλοκαίρι που, αυτό το ανεγκέφαλο είδος, ο τάχα μου homo sapiens, θα μπορεί να σαχλαμαρίζει και να ηχορυπαίνει τον πλανήτη ατιμωρητί. Ενα αυγουστιάτικο μελτέμι ίσως να μετέφερε την ευχή του έως τα εργαστήρια μικροβιολογίας της Ουχάν. The rest is history.

Γράψτε το σχόλιό σας