Υπό κανονικές συνθήκες η «Λίστα Πέτσα» θα μπορούσε να είναι η επικοινωνιακή ευκαιρία που αναζητούσε ο ΣΥΡΙΖΑ για να αντεπιτεθεί στη Νέα Δημοκρατία που προς το παρόν απολαμβάνει της θετικής απήχησης των μέτρων ελήφθησαν στην πρώτη φάση της πανδημίας και δεν εισπράττει το κόστος από την οικονομική κρίση και ένα ενδεχόμενο «δεύτερο κύμα».

Όπως και να το δει κανείς, η εικόνα μιας κυβέρνησης που μοίρασε χρήματα σε διάφορα Μέσα Ενημέρωσης, ορισμένα εκ των οποίων όχι ακριβώς μεγάλης εμβέλειας, και με μάλλον εμφανή πολιτική ιδιοτέλεια, δύσκολα θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη ρητορική περί αποτελεσματικού «επιτελικού κράτους».

Μάλιστα, το ανοιχτό ερώτημα μιας πιθανής διασπάθισης δημόσιου χρήματος θα μπορούσε να συνδυαστεί αντιπολιτευτικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ήδη αρκετά κομμάτια της κοινωνίας όσο βαθαίνει η οικονομική κρίση, αλλά και τη διάχυτη ανασφάλεια που υπάρχει και για την εξέλιξη της πανδημίας και για τις επιπτώσεις ενός νέου γύρου περιοριστικών μέτρων.

Επιπλέον, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι διευρύνοντας την αντιπολιτευτική στόχευση η αξιωματική αντιπολίτευση θα μπορούσε να αξιοποιήσει και τη σύμπτωση ανάμεσα σε τέτοιες πρακτικές και π.χ. τον περιορισμό των κοινωνικών και καλλιτεχνικών μαθημάτων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Αντί όμως για αυτό στη δημόσια σφαίρα κυριαρχεί η αντιπαράθεση γύρω από τις συνομιλίες Παππά – Μιωνή και τα όσα ακούγονται σε σχέση με την προανακριτική επιτροπή της Βουλής. Δηλαδή, μια συζήτηση για τα όσα έγιναν όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στη διακυβέρνηση.

Η ρητορική και η πραγματικότητα

Είναι προφανές ότι το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορά την αποτελεσματικότητα της ρητορικής του. Η Νέα Δημοκρατία προσφέρει αρκετές αφορμές για μια κριτική «από τα αριστερά» σε ζητήματα όπως η μεταναστευτική πολιτική, το προσφυγικό, η εκπαιδευτική πολιτική. Ακόμη και ως προς τα μέτρα για την οικονομική κρίση θα μπορούσε ένα αριστερό κόμμα να διεκδικήσει ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική προστασία, ανάλογης κλίμακας με αυτή που εφαρμόζεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αντίστοιχα, υπάρχει σημαντικό περιθώριο κριτικής σε ζητήματα όπως οι καθυστερήσεις που παρατηρούνται ως προς τη θωράκιση του ΕΣΥ και ιδίως της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας ενόψει του φθινοπώρου και της νέας φάσης της πανδημίας. Και βέβαια, υπάρχει η μεγάλη συζήτηση για το ποιο θα πρέπει να είναι το κοινωνικό και αναπτυξιακό υπόδειγμα για την επόμενη μέρα μετά την πανδημία και την κοινωνική κρίση σε μια εποχή όπου τίθεται συνολικά σε αμφισβήτηση η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία.

Όμως, σε όλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ξεπεράσει ένα κρίσιμο εμπόδιο: τον ίδιο του τον εαυτό και τη δική του κυβερνητική εμπειρία.

Γιατί αυτό που κάνει να ξεχωρίζει ένα κόμμα εξουσίας από ένα αντιπολιτευτικό ριζοσπαστικό κίνημα είναι ότι το πρώτο πάντα αναμετριέται και με τη δική του εμπειρία όταν άσκησε εξουσία. Και μπορεί οι ψηφοφόροι να μη διαβάζουν πάντα πολιτικά προγράμματα ή εσωτερικές κομματικές ιδεολογικές συγκρούσεις, όμως θυμούνται πώς ήταν τα πράγματα όταν κάποια κυβέρνηση ήταν στην εξουσία.

Και ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε αυτή τη χώρα. Η δικαιολογία ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος τη θητείας των κυβερνήσεων Τσίπρα, απλώς εκτελούνταν οι δεσμεύσεις από τα μνημόνια και μόνο προς το τέλος ασκήθηκε όντως πολιτική, είναι στην πράξη αυτοαναιρούμενη. Όχι μόνο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε (και δεν υποχρεώθηκε όπως επιμένει ένα βολικό αφήγημα) να συμβιβαστεί στην πολιτική των μνημονίων, αλλά και γιατί ακόμη και εντός των μνημονίων μπορούσε να ασκήσει πολιτική και κρίνεται από αυτήν.

Αυτό, άλλωστε, είχε φανεί ακόμη και μετά την τυπική έξοδο από τα μνημόνια, όταν οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ δεν απείχαν πολύ από την συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών, έστω και με μεγαλύτερη αναδιανομή.

Η χαμένη ευκαιρία της διακυβέρνησης

Υπό κανονικές συνθήκες, μια περίοδος διακυβέρνησης, έστω και στις δύσκολες συνθήκες της προηγούμενης δεκαετίας είναι ένα μεγάλο σχολείο για ένα κόμμα. Ιδίως όταν μιλάμε για ένα κόμμα που προέρχεται από ένα ιστορικό ρεύμα της ελληνικής κοινωνίας που ουδέποτε βρέθηκε στην εξουσία.

Θα περίμενε κανείς μετά από αυτή την εμπειρία έναν ΣΥΡΙΖΑ πιο αυτοκριτικό ως προς την προφανή έλλειψη προετοιμασίας το 2015, αλλά και ταυτόχρονα πιο ικανό να μπορεί να μετασχηματίσει γενικά αιτήματα και αρχές σε συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις πολιτικής. Έναν ΣΥΡΙΖΑ που να μπορεί πια, με τη γνώση που αποκόμισε, να έχει πολύ πιο συγκεκριμένους «οδικούς χάρτες» για το οτιδήποτε θα εντασσόταν στον αστερισμό μιας σύγχρονης «προοδευτικής πολιτικής». Έναν ΣΥΡΙΖΑ που θα εκμεταλλευόταν τη μετακόμιση στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για μια διαδικασία κριτικού αναστοχασμού και προγραμματικής ανασυγκρότησης, έστω και στην κατεύθυνση μιας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής πρότασης.

Αντί για αυτό έχουμε έναν ΣΥΡΙΖΑ που σε πολύ μικρό βαθμό κάνει αυτή τη συζήτηση και αντίθετα, δείχνει να υιοθετεί μια αντίληψη που είναι στα όρια του πολιτικού κυνισμού. Σύμφωνα με αυτή τα όρια ως προς την άσκηση πολιτικής είναι πεπερασμένα και ορίζονται από το διεθνή συσχετισμό, την οικονομική συγκυρία και την κατάσταση στην ΕΕ και κατά συνέπεια δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προετοιμασία, αλλά κυρίως η εκμετάλλευση της φθοράς που θα έχει η Νέα Δημοκρατία όταν θα αρχίσει να φαίνεται το πραγματικό πολιτικό της πρόσωπο.

Όμως, αυτή η αντιμετώπιση δεν διαμορφώνει μια βαθύτερη πολιτική δυναμική και παραμένει εγκλωβισμένη στα όρια ενός μοτίβου πολιτικής αντιπαράθεσης που έχουμε δει συχνά παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια και όπου τα κόμματα αντιπολίτευσης απλώς εκμεταλλεύονται τη φθορά των κομμάτων διακυβέρνησης για να έρθουν στην εξουσία και ο κύκλος να επαναληφθεί.

Οι διάδρομοι της εξουσίας και το αποτύπωμά τους

Σε όλα αυτά προστίθεται και ένα στοιχείο ακόμη. Η διαπίστωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να φέρει το διαφορετικό ύφος της εξουσίας. Τα στελέχη του επιμένουν ότι τα προβλήματα που συνάντησε στην άσκηση της εξουσία δεν συγκρίνονται με το βαθμό διαπλοκής και πολιτικής διαφθοράς που χαρακτήρισε τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας της μεταπολίτευσης. Όμως, αυτό που δεν κατανοούν είναι ότι σε αντίθεση με αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ υποτίθεται ότι δεν ήταν ένα ακόμη κόμμα εξουσίας. Το ζήτημα δεν είναι να αποδειχτεί με κάποιο τρόπο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε λιγότερο διεφθαρμένο και διαπλεκόμενο κόμμα από τη ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ· το ζήτημα είναι γιατί ένα υποτίθεται αντισυστημικό κόμμα δεν απέφυγε τη διαβρωτική επίδραση των καθεστωτικών πρακτικών.

Μικρή σημασία έχει, για παράδειγμα, εάν στελέχη των άλλων κομμάτων στο παρελθόν (ή και στο παρόν και μέλλον) έκαναν περισσότερες συναντήσεις σαν κι αυτή ανάμεσα στον κ. Παππά και τον κ. Μιωνή, ωστόσο το ερώτημα δεν είναι ποσοτικό αλλά ποιοτικό: τι ακριβώς πήγε να κάνει σε αυτή τη συνάντηση ένας υπουργός μιας υποτίθεται αριστερής κυβέρνησης; Και πολύ πιθανώς όταν ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής είχε κάνει την περίφημη αναφορά σε «νταβατζήδες», η κλίμακα της διαπλοκής στην οποία αναφερόταν να ήταν πολύ μεγαλύτερη από π.χ.  τα… βοσκοτόπια του κ. Καλογρίτσα, όμως το ερώτημα είναι για ποιο λόγο ένα κόμμα της αριστεράς επεδίωξε να προωθήσει τα επιχειρηματικά σχέδια στα ΜΜΕ του κ. Καλογρίτσα. Όπως και σίγουρα μπορεί κανείς να σκεφτεί διάφορες στιγμές όπου εκεί όπου συναντιούνται η Δικαιοσύνη και οι υπηρεσίες ασφαλείας λειτούργησαν μηχανισμοί και παραμηχανισμοί που καμιά σχέση δεν είχαν με «κράτος δικαίου», ιδίως σε μια χώρα που κάποτε είχε θεσμοθετημένο σχεδόν παρακράτος. Όμως, αυτό δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για τη συμπόρευση με κάποιον όπως ο κ. Παπαγγελόπουλος.

Ο κ. Παππάς έσπευσε στις 25 Ιουνίου, κατά τη διάρκεια του πολιτικού συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ, να αναλάβει την ευθύνη για τη συνάντηση με τον κ. Μιωνή, υποστηρίζοντας ότι «όσα ειπώθηκαν δεν είχαν να κάνουν με τις αυθεντικές πεποιθήσεις μου, αλλά ειπώθηκαν απέναντι σε έναν άνθρωπο σε παραλήρημα που προσπαθούσα να καθησυχάσω», και συμπληρώνοντας ότι «λάθη ύφους και ουσίας έδωσαν αφορμή για επιθέσεις εναντίον μας». Η τοποθέτηση αυτή ακολούθησε την αναφορά του Αλέξη Τσίπρα ότι «ο καθένας μας πρέπει να αναλαμβάνει την ευθύνη που του αναλογεί για λάθη, παραλείψεις ή αστοχίες».

Παρ’ όλα αυτά, τέτοιες αναφορές αποτελούν περισσότερο damage control παρά ειλικρινή αναμέτρηση με το ήθος και το ύφος εξουσίας που αποτυπώθηκε στη συγκεκριμένη συνάντηση. Άλλωστε, το να αναλαμβάνουν στελέχη την ατομική ευθύνη για συλλογικές επιλογές είναι από τις πιο γνωστές τεχνικές των συστημικών κομμάτων για να προστατεύουν την ηγεσία από το πολιτικό κόστος κρίσιμων αποκαλύψεων

Η πραγματική δοκιμασία

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στην εξουσία κυρίως γιατί μια χωρίς προηγούμενο πολιτική κρίση ρευστοποίησε πλήρως το πολιτικό σκηνικό και ιδίως τους ιστορικούς δεσμούς εκπροσώπησης που είχε οικοδομήσει το ΠΑΣΟΚ. Με έναν τρόπο κάλυψε ένα κενό, αποτελώντας την απάντηση σε ένα ερώτημα που έμοιαζε αναπάντητο. Στη διάρκεια της διακυβέρνησής του δεν έχασε τον κορμό της εκπροσώπησης που είχε, κυρίως γιατί ένα μέρος των λαϊκών στρωμάτων αισθάνθηκε ότι η εναλλακτική της ΝΔ θα αποτελούσε μια επιπλέον διακινδύνευση. Όμως, ακόμη και έτσι η σχέση εκπροσώπησης του ΣΥΡΙΖΑ με τον κορμό του ακροατηρίου του είναι αρκετά ισχνή. Στηρίζεται στον πυκνό αλλά και σχετικά βραχύ χρόνο της περιόδου των μνημονίων και δεν πατάει πάνω σε ένα ιστορικό όραμα.

Με αυτή την έννοια τώρα είναι η μεγάλη δοκιμασία για τον ΣΥΡΙΖΑ. Όχι τόσο για το εάν θα διατηρήσει τη θέση που έχει στο πολιτικό σκηνικό, μια που αντίπαλο για τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έχει. Όσο για το εάν θα μπορέσει να γίνει φορέας ενός εναλλακτικού αφηγήματος για τη χώρα.

 

Γράψτε το σχόλιο σας